Ανθρώπινα Δικαιώματα: Ανοησίες σε Ξυλοπόδαρα?

(Roger Scruton)

Η Σαουδική Αραβία, η Κίνα και το Βιετνάμ είναι μέλη του Συμβουλίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στα Ηνωμένα Έθνη. Και οι τρεις αυτές χώρες απαγορεύουν την ελευθερία του λόγου και τιμωρούν αυστηρά την κριτική ενάντια στο καθεστώς. Καμία τους δε σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία ή την ελευθερία της συνείδησης. Καμία δε διαθέτει ένα διάφανο νομικό σύστημα και –για να το θέσω απλά- καμία δεν αντιμετωπίζει μεταναστευτικό πρόβλημα. Τι μας λέει λοιπόν όλο αυτό για την ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Κατά τον 17ο αιώνα η Αγγλία διασπάστηκε από τον εμφύλιο πόλεμο. Ο πόλεμος τελείωσε με την “ένδοξη επανάσταση” του 1688, όταν ο Ιάκωβος II εκδιώχθηκε από τη χώρα και ο Γουλιέλμος της Οράγγης ήρθε στη θέση του. Σε ένα επίπεδο, αυτό αντιπροσώπευε τη λαϊκή επιθυμία για μία Προτεσταντική και όχι Ρωμαιοκαθολική δυναστεία στο θρόνο. Σε ένα άλλο επίπεδο σήμαινε την τελική νίκη ενός αγώνα που κράτησε αιώνες για μία μορφή κυβέρνησης που θα είχε σαν στόχο την ατομική ελευθερία και όχι τη συλλογική υποταγή.

Συνεπώς, τα άτομα θα απολάμβαναν πλέον ελευθερίες που προστάτευαν τα ίδια, την περιουσία τους και τον τρόπο της ζωής τους από αυθαίρετη εισβολή, είτε από τους γείτονές τους, είτε από τους αξιωματούχους του στέμματος. Αυτό επιβεβαιώθηκε την επόμενη χρονιά, με τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του 1689, η οποία εγγυούταν ελευθερία από αυθαίρετη σύλληψη και φυλάκιση, προστασία της ελευθερίας του λόγου στο κοινοβούλιο και την κατάργηση της πρωτοβουλίας του στέμματος να διορίζει δικαστές ή να δρα το ίδιο σαν δικαστής. Το αποτέλεσμα ήταν ο μονάρχης να είναι πλέον υπόλογος στο νόμο, όπως ακριβώς και ο κοινός πολίτης.

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων θεωρήθηκε ότι επικυρώνει τις αρχαίες ελευθερίες του Αγγλικού λαού, όπως αυτές είχαν ενσαρκωθεί στη δικαιοδοσία που είχαν τα λαϊκά δικαστήρια ανά τους αιώνες. Επρόκειτο για ένα όπλο στα χέρια του ατόμου, ενάντια σε όλους όσοι επεδίωκαν να το ελέγξουν, άσχετα με την εξουσία και τα συμφέροντα που αντιπροσώπευαν. Ο φιλόσοφος John Locke στη “Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως”, η οποία εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο, έθεσε το ζήτημα λίγο διαφορετικά: οι άνθρωποι, υποστήριξε, έχουν φυσικά δικαιώματα, και αυτά δεν μπορούν να αφαιρεθούν. Το δικαίωμα κάποιου να ζει τη ζωή του χωρίς να απειλείται η ζωή, η σωματική του ακεραιότητα και η περιουσία του, έχει οριστεί από το Αγγλικό δίκαιο, επειδή ακριβώς το ορίζει ο Λόγος, άρα ο Θεός.

Δεν ήταν εύκολο να ορίσουμε με τι ισοδυναμούν αυτά τα “φυσικά Δικαιώματα”, και όταν χρησιμοποιήθηκαν τα δικαιώματα του Locke στην Αμερικάνικη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, και έπειτα στη συνταγματική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, περιλήφθηκαν περισσότεροι όροι από όσους θα μπορούσε να είχε σκεφτεί ο φιλόσοφος που έγραψε στο τέλος του Αγγλικού εμφυλίου πολέμου.

Παρόλα αυτά, η βασική σκέψη δεν άλλαξε και παρέμεινε στη ρίζα των ισχυρισμών περί “ανθρωπίνων δικαιωμάτων” κατά την αυγή του Διαφωτισμού. Υπάρχουν δικαιώματα που δεν προσφέρονται από την κυβέρνηση αλλά που μας ανήκουν ως ανθρώπινα όντα και όχι ως πολίτες. Τα δικαιώματα αυτά είναι ελευθερίες. Μας εγγυώνται ότι μπορούμε να αναλάβουμε όσα μας αφορούν, να εκφράσουμε την άποψή μας ελεύθερα και να ζήσουμε τις ζωές μας χωρίς να απειλούμαστε από εκείνους που βρίσκονται σε θέσεις ισχύος.

Με άλλα λόγια: τα ανθρώπινα δικαιώματα προστατεύουν την κυριαρχία των ατόμων ενάντια σε κάθε έναν που θα επιθυμήσει να τα υποδουλώσει, να τα κάνει να σιωπήσουν ή να τα περιορίσει. Μεταγενέστεροι φιλόσοφοι δικαιολόγησαν τα ανθρώπινα δικαιώματα με τρόπο διαφορετικό από τον Locke – ο Kant επιχειρηματολόγησε με έναν τρόπο, ο Hegel με άλλον, ο John Stuart Mill με άλλον. Αλλά η κοινή αντίληψη ήταν ότι τα δικαιώματα είναι ελευθερίες. Βρίσκονται εκεί για να προστατέψουν το άτομο ενάντια στην καταπίεση, και ιδιαίτερα την καταπίεση του κλήρου, του τυράννου ή της πολιτείας. Η ύπαρξή τους είναι θεμελιώδης για αυτό που αποκαλούμε εκλεγμένη κυβέρνηση, και περιέχουν την ουσία της πολιτικής διαδικασίας, όπως την αντιλαμβανόμασταν ανέκαθεν εμείς οι Δυτικοί – δηλαδή, μία τακτική για να προστατεύεται το άτομο ενάντια στην ομάδα. Πράγματι, ο Jeremy Bentham απέρριψε την ιδέα των φυσικών δικαιωμάτων ως “ανοησίες επάνω σε ξυλοπόδαρα”. Αλλά ίσως μπορούμε να συμφωνήσουμε με ό,τι εννοούσε, το οποίο είναι ότι όπως κι αν ορίσουμε τα δικαιώματα, χρειαζόμαστε μία κυβέρνηση για να τα επιβάλει.

Όταν η Eleanor Roosevelt και οι σύμβουλοί της συνέταξαν την Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών το 1945, επιζητούσαν ένα αμερόληπτο θεμέλιο, βάσει του οποίου θα κρίνονταν τα διάφορα καθεστώτα και νομικά συστήματα. Η Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών θα έθετε ένα παγκόσμιο πρότυπο, το οποίο θα γινόταν αποδεκτό από όλους, αφού ήταν θεμελιωμένο στην ανθρώπινη φύση και μόνο. Και η Διακήρυξη ξενικά με μία λίστα από ελευθερίες, όπως ακριβώς και οι προκάτοχοί της, τονίζοντας ότι τα δικαιώματα συνιστούν όρια στην εξουσία της πολιτείας και εγγύηση προς όλους μας ότι μπορούμε ταυτόχρονα να κυβερνούμαστε αλλά να είμαστε κι ελεύθεροι.

Μέχρι το άρθρο 22 όμως οι ελευθερίες αντικαθίστανται από διεκδικήσεις, συμπεριλαμβανομένων ριζοσπαστικών διεκδικήσεων από την Πολιτεία – διεκδικήσεις που μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο με θετική δράση από την κυβέρνηση. Ιδού το άρθρο 22:

“Κάθε άτομο, ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, έχει δικαίωμα κοινωνικής προστασίας. Η κοινωνία, με την εθνική πρωτοβουλία και τη διεθνή συνεργασία, ανάλογα πάντα με την οργάνωση και τις οικονομικές δυνατότητες κάθε κράτους, έχει χρέος να του εξασφαλίσει την ικανοποίηση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων που είναι απαραίτητα για την αξιοπρέπεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.”

Μέσα σε αυτό το δικαίωμα βρίσκεται μία αόριστη λίστα άλλων δικαιωμάτων, τα οποία προβάλλονται ως “οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά”, που είναι απαραίτητα όχι μόνο για την ελευθερία, αλλά επίσης για την “αξιοπρέπεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας”. Ό,τι κι αν σημαίνει πρακτικά αυτό, είναι προφανές ότι αυτά τα υποτιθέμενα “δικαιώματα” μπορούν να διασφαλιστούν όχι με τον περιορισμό της εξουσίας της πολιτείας, αλλά με την αύξησή της, κι επίσης με την εξουσιοδότηση προς την πολιτεία να πάρει όση περιουσία των πολιτών χρειάζεται για να εγγυηθεί την “αξιοπρέπεια” εκείνων που χρειάζονται ένα κομμάτι από αυτή την περιουσία. Η έμφαση μετακινήθηκε από τη φιλελευθερία προς το σοσιαλισμό, χωρίς ένδειξη του γιατί ή του πώς.

Ίσως αυτό από μόνο του να μην είναι επιζήμιο. Αλλά μεταγενέστερες χρήσεις του όρου σίγουρα μας κάνουν να αναρωτιόμαστε για το πού οδηγούμαστε. Ας πάρουμε υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία επίσης υιοθετήθηκε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι αυτή αρχίζει με τις παραδοσιακές ελευθερίες. Κι αυτή σύντομα χάνεται στο βασίλειο της εκπλήρωσης των επιθυμιών. Η εφαρμογή της γίνεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο ανατρέπει κάθε νόμο που ενοχλεί τους δικαστές του, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν είναι αμερόληπτοι, αλλά το αντίθετο, είναι έντονα πολιτικοποιημένοι. Για παράδειγμα, το “δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή” που διακήρυξε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση χρησιμοποιήθηκε για να αποτραπεί η απέλαση καταδικασμένων και πολύ επικίνδυνων εγκληματιών. Το δικαίωμα στον παραδοσιακό τρόπο ζωής μίας εθνικής κοινότητας, το οποίο διακήρυξε η ΕΣ, χρησιμοποιήθηκε για την εγκατάσταση ενός αριθμού τροχόσπιτων, σε αντίθεση με τον τοπικό νόμο, καταστρέφοντας και υποβαθμίζοντας έτσι εκτάσεις τριγύρω. Το δικαίωμα ενάντια στις διακρίσεις με βάση το σεξουαλικό προσανατολισμό χρησιμοποιήθηκε για τον εξαναγκασμό ενός παραδοσιακού ζευγαριού Χριστιανών που ενοικίαζε δωμάτια στο σπίτι τους να κλείσουν την επιχείρησή τους. (http://www.telegraph.co.uk/news/religion/10478260/Christian-BandB-owners-attack-new-orthodoxy-of-political-correctness.html) Οι τραπεζικοί υπάλληλοι, επιπλέον, διεκδίκησαν τα εξωφρενικά bonus τους ως ‘ανθρώπινο δικαίωμα’ (http://www.huffingtonpost.co.uk/2013/10/08/bank-bonus-human-rights_n_4061735.html).

Όλα αυτά φυσικά είναι συζητήσιμα. Αναμφισβήτητα, υπάρχουν λόγοι υπέρ, όπως και λόγοι κατά. Αλλά όλα δείχνουν ότι η ιδέα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει αποκοπεί από τα φιλοσοφικά της θεμέλια και ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί από δικηγόρους και νομοθέτες για να μετατρέψουν κάθε δυσαρέσκεια σε διεκδίκηση, χωρίς καμία αναφορά στα ευρύτερα ζητήματα του κοινού συμφέροντος. (Θυμηθείτε, τα δικαιώματα ανήκουν σε άτομα, και μπορούν συνεπώς να χρησιμοποιηθούν ενάντια στην πολιτεία, άσχετα με τα συμφέροντα με τα οποία συγκρούονται.) Η ιδέα που χρησιμοποιήθηκε για να εγγυηθεί την ατομική ελευθερία χρησιμοποιείται τώρα για τον περιορισμό της. Στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τα δικαστήρια επιβάλλουν απόψεις που δεν θα μπορούσαν να έχουν επιβληθεί μέσα από ένα εκλεγμένο νομοθετικό σώμα.

Αυτό με φέρνει πίσω στο Συμβούλιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Οι Σαουδάραβες έχουν ήδη διαμαρτυρηθεί ότι η Νορβηγία παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των Μουσουλμάνων με το να επιτρέπει το “λόγο μίσους” ενάντιά τους – με άλλα λόγια, με το να μην επεμβαίνει ώστε να εμποδίσει την ανοιχτή κριτική προς το Κοράνι. Αυτό από μια χώρα στην οποία οι Χριστιανοί αναγκάζονται να κρύψουν την πίστη τους, στην οποία οι αποστάτες μαστιγώνονται ή εκτελούνται, στην οποία οι γυναίκες παραμένουν σε μία κατάσταση οικιακής υποταγής, και στην οποία χώρα όσοι είναι αρκετά γενναίοι ώστε να ασκήσουν κριτική στο καθεστώς ή στον κλήρο, είναι είτε νεκροί, είτε καταδικασμένοι σε φυλάκιση. Οι Σαουδάραβες επιθυμούν κάθε κριτική προς τη θρησκεία και τον προφήτη Μωάμεθ να κριθεί παράνομη στη Νορβηγία. Και για να δώσουμε ένα παράδειγμα της αμερόληπτης στάσης τους, κατηγορούν τη Νορβηγία για “αυξανόμενες περιπτώσεις οικιακής βίας, βιασμών και οικονομικής ανισότητας”, αποκρύπτοντας ότι ένας δυσανάλογος αριθμός αυτών των βιασμών προήλθε από μετανάστες Μουσουλμάνους.

Οι ελευθερίες που παραχωρήθηκαν προς τη Μουσουλμανική πίστη στη Νορβηγία δεν έχουν προσφερθεί σε καμία άλλη πίστη, πέρα από τους Σουννίτες της Σαουδικής Αραβίας. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι οι Μουσουλμάνοι έχουν το “ανθρώπινο δικαίωμα” να είναι προστατευμένοι από την κριτική προς τη θρησκεία τους, κάτι που η ίδια η θρησκεία τους προκαλεί. Προφανώς, ό,τι κι αν αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, στο μυαλό της Σαουδικής κυβέρνησης δεν αφορούν την ελευθερία του ατόμου. Το δόγμα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, το οποίο εισήχθη για να διασφαλίσει την ελευθερία μας, χρησιμοποιείται τώρα για να την απομακρύνει. Οι φανατικοί της θρησκείας και άλλοι ακραίοι πολιτικοί ουτοπιστές συνεργάστηκαν για να απενεργοποιήσουν το μοναδικό όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους: το μοναδικό όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το αποκλίνον άτομο, αλλά όχι από εκείνους που επιθυμούν να το κάνουν να σωπάσει.

Ποια είναι η λύση; Περισσότερη φιλοσοφία ή λιγότερη; Μία προσπάθεια να επιστρέψουμε στην αρχική ιδέα των δικαιωμάτων ως ελευθερίες ή μία ολοκληρωτική απόρριψη της ιδέας ως σφάλμα; Διαλέξτε.

(Πηγήhttp://www.forbes.com/sites/rogerscruton/2014/05/20/human-rights-nonsense-on-stilts/)

By | 2015-08-27T16:07:19+00:00 July 25th, 2015|ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ|0 Comments

About the Author:

Giorgos studied Biology at the University of Patras, Greece and did his Master's in Philosophy of Science at the University of Athens. He works at the pharmaceutical sector while doing his PhD in Philosophy. Giorgos is the coordinator for "Imago Dei", a place where Christians and non-Christians meet to exchange opinions about their worldview and overall perception of reality.