Η ανάδυση του κυρίαρχου “θέλω” και ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων

Ένα από τα λάθη που κάνουμε στην προσέγγιση του ζητήματος του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων είναι ότι το θεωρούμε απλοϊκό, παραβλέποντας τις πολυάριθμες πτυχές του, αλλά και το πλέγμα αιτίων που ευθύνονται για την ανάδυσή του. Σκοπός μας είναι να αναδείξουμε μερικές από αυτές τις πτυχές. Το παρόν κείμενο έχει ως σκοπό να δείξει ότι πίσω από την απόφαση περί γάμου ομοφυλοφίλων κρύβεται η θεοποίηση της αυτονομίας του ατόμου και η απόρριψη μεταφυσικών αληθειών που όριζαν για αιώνες το σωστό και το καλό. Ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων είναι απλά μία πτυχή αυτού του ευρύτερου φαινομένου.

Στην έκθεση που ακολούθησε την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου των ΗΠΑ σχετικά με τη νομιμοποίηση του γάμου ομόφυλων ζευγαριών, ο δικαστής Anthony Kennedy, υπέρμαχος της απόφασης, αναφέρει μεταξύ άλλων: “Αυτές οι ελευθερίες αφορούν συγκεκριμένες επιλογές, κεντρικές στην ατομική αξιοπρέπεια και αυτονομία, συμπεριλαμβανομένων ιδιαίτερων προσωπικών επιλογών που ορίζουν την προσωπική ταυτότητα και τις πεποιθήσεις”. Αν κάποιος προσπαθήσει να αποκωδικοποιήσει τη δήλωση αυτή του Kennedy, θα δει –πέρα από μία συνηθισμένη για την εποχή μας ρητορική- ορισμένες αλήθειες που περνούν απαρατήρητες στον μέσο άνθρωπο, αφού θεωρούνται πλέον αξιώματα, οι οποίες όμως δεν είναι καθόλου μα καθόλου αυταπόδεικτες: τι συνιστά ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Τι εννοούμε όταν λέμε αυτονομία; Υπάρχει κάτι που με ορίζει πέρα από τις επιλογές μου; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα και να παρουσιάσουμε την αντιπρότασή μας πρέπει να κάνουμε μία μικρή παράκαμψη.

Θα ήθελα να αναφερθώ σε μία ερώτηση που θέτει ο Richard Weaver στο βιβλίο του “Ideas Have Consequences”: “Πώς μπορούν οι άνθρωποι που διαφωνούν στο γιατί υπάρχει ο κόσμος, να συμφωνήσουν επάνω σε λεπτομέρειες της καθημερινής συμπεριφοράς;” Η ερώτηση αυτή κρύβει μία μεγάλη αλήθεια, η οποία –αλίμονο- πλέον έχει ξεχαστεί: Η μεταφυσική, οι αιώνιες αλήθειες που για αιώνες απασχόλησαν τους επιδραστικότερους φιλοσόφους και θεολόγους, είναι αυτές που θα μας δώσουν απαντήσεις το αν, τι και πώς θα πρέπει να κάνω κάτι. Η απομάκρυνση από τη μεταφυσική έχει διάφορες επιπτώσεις όπως θα δούμε στη συνέχεια, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος που μας απασχολεί σήμερα. Η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα αποκάλυψης ή επιστημονικής έρευνας με αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα, αλλά αποτέλεσμα φιλοσοφικών, πολιτιστικών και κοινωνιολογικών παραγόντων. Και αφού αναφέρουμε ότι πολλοί από εμάς ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει πρόοδος σε πολλούς τομείς, πρέπει να αναρωτηθούμε “τι μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για πρόοδο;” Πώς μπορώ να μιλήσω για πρόοδο αν έχω χάσει από το οπτικό μου πεδίο ακλόνητες σταθερές που θα μου επιτρέψουν να αξιολογήσω τις αλλαγές;

Πίσω από την ερώτηση “τι πρέπει να κάνω” ή “αν θα πρέπει να το κάνω” κρύβεται πάντα ένα κίνητρο, μία ψυχολογική στάση η οποία θα με οδηγήσει στο να προβώ σε μία πράξη ή να απέχω από αυτή. Η φιλοσοφική ή θεολογική διερεύνηση της ηθικής δομής του κόσμου ή του μεταφυσικού πεδίου– το “μεταφυσικό όνειρο” του Richard Weaver- θα καθορίσει το αν η ψυχολογία μου εκείνη τη στιγμή είναι σε συμφωνία με αυτή τη δομή ή σε διαφωνία με αυτή. Η αλήθεια αυτή, όπως μας θυμίζει ο Alasdair McIntyre, είναι απαραίτητη για κάθε μορφή ηθικής κρίσης, αφού ουσιαστικά κρύβει πίσω της την αντίληψη περί της θέσης που κατέχει ο άνθρωπος μέσα στη δομή του σύμπαντος. Η διερεύνηση της μεταφυσικής δομής πίσω από τον κόσμο, όπως αποκαλύπτεται μέσα από συστήματα συμβολισμών που παρέχει η θρησκεία ή ίσως η τέχνη, θα καθορίσει ουσιαστικά το αν τα συναισθήματά μου τη στιγμή της λήψης μίας απόφασης είναι έλλογα ή όχι, πράγμα που αναπόφευκτα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η απόρριψη μίας τέτοιας δομής πίσω από τον κόσμο καθιστά περιττή μία τέτοια διερεύνηση της ηθικής ψυχολογίας. Στη γλώσσα του Richard Weaver, ενώ στην πρώτη περίπτωση το συναίσθημα είναι μη-συναισθηματικό (unsentimental sentiment), στη δεύτερη είναι συναισθηματικό (sentimental sentiment). Στην πρώτη περίπτωση έχω απομακρυνθεί από την αμεσότητα των εμπειριών μου ώστε να τις αξιολογήσω και να δω το τι πρέπει να κάνω και να σκεφτώ, στη δεύτερη έχω αφεθεί στην αμεσότητα και στην τέρψη που προσφέρουν τα βιώματά μου.

Δεν είναι μυστικό ότι διανύουμε μία τέτοια εποχή, όπου αυτό που ονομάζουμε “αυτονομία”, το δικαίωμα και η υποχρέωση του ανθρώπου να διαμορφώσει τη ζωή του σύμφωνα με την κυρίαρχη θέλησή του, είναι πλέον η κανονιστική αρχή. Αλλά για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, χρειάστηκε η κατακρήμνιση οποιασδήποτε μεταφυσικής αρχής που θα αποτελούσε “τη μορφή”, το πρότυπο βάσει του οποίου θα διαμορφώνονταν και θα αξιολογούνταν τα γεγονότα στο αισθητό πεδίο. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε φιλοσοφικούς όρους “η απόρριψη των καθόλου όντων για τα καθ’ έκαστον”, σε θρησκευτικούς όρους “η απομάκρυνση από τις αλήθειες του Θεού”, σε κοινωνικο-πολιτικούς όρους “η απώλεια της αυθεντίας της εκκλησίας”, σε κοινωνιολογικούς όρους “η ανάδυση της αστικής και τεχνοκρατούμενης κοινωνίας που οδηγεί στον “άστεγο νου” ’’ κτλ αλλά όλα δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: το σωστό δεν ορίζεται από κάτι έξω από τον κόσμο αλλά από όσα λαμβάνουν χώρα μέσα στον κόσμο. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει κάτι που θα δείξει το αν η θέλησή μου είναι σωστή ή όχι, πέρα από την ίδια μου τη θέληση. Και κάπως έτσι είναι που αναδύεται κυρίαρχο το “θέλω” του ατόμου.

Η αυτόνομη επιλογή του πώς κάποιος θα ζήσει τη ζωή του είναι ένα από τα ευαγγέλια της σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας, αλλά είναι μια προβληματική κατάσταση: διότι δεν φαίνεται να υπάρχει λύση στο τι θα συμβεί όταν τα “θέλω” αυτά συγκρούονται. Η συνήθης τακτική είναι η επίκληση όρων όπως “δικαιώματα” και “αξιοπρέπεια”, όπως είδαμε και στη δήλωση του Kennedy. Αλλά η απουσία ενός μεταφυσικού πλαισίου αφήνει αυτούς τους όρους ρηχούς και στερούμενους νοήματος, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν τίποτε άλλο πέρα από ρητορικά τεχνάσματα. Αν δεν έχω ορισμό της αξιοπρέπειας και του δικαιώματος και αν η κανονιστική αρχή είναι το “θέλω μου”, τότε μπορώ να τα χρησιμοποιήσω με όποιον τρόπο με συμφέρει. Στην περίπτωση του δικαστή Anthony Kennedy, φαίνεται να παραβλέπεται η αλήθεια ότι η αξιοπρέπεια προϋποθέτει αγάπη, και η αγάπη τελεολογία. Τα “δικαιώματα” γίνονται έτσι, όπως είχε πει και ο Bentham, “ανοησίες σε ξυλοπόδαρα”, αν και ο ίδιος εννοούσε κάτι διαφορετικό. Και η ιερότητα της “αξιοπρέπειας” δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μέσο ώστε το άτομο να διεκδικήσει όσα απαιτούν τα ένστικτά του. Ο Weaver περιγράφοντας την ψυχολογία του σύγχρονου ατόμου, μετά την απόρριψη της ιεραρχικής δομής του κόσμου, είχε κάνει λόγο για την “ψυχολογία του κακομαθημένου παιδιού”, το οποίο διαρκώς έχει μάθει να διεκδικεί χωρίς να απασχολείται από έννοιες όπως αυτοσυγκράτηση, αυτοκυριαρχία, ολιγάρκεια, δεδομένου ότι αυτές απαιτούν επαφή με μία μεταφυσική αντίληψη περί της ταυτότητας του ανθρώπου και της θέσης του στον κόσμο, κάτι που απωλέσθηκε. Η κυριαρχία του “θέλω” στερεί από τα επιχειρήματα των υποστηρικτών του την ισχύ τους, ακριβώς επειδή στερεί από αυτά οποιαδήποτε ιερότητα.

Αλλά –επιστρέφοντας στη ρητορική- οι έννοιες που επιστρατεύονται για την υπεράσπιση του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων ενάντια στους αντιφρονούντες είναι ενδεικτικές της παρούσας κατάστασης που περιγράφουμε. Έννοιες όπως “αδιαλλαξία”, “έλλειψη ανεκτικότητας”, “καταπάτηση ελευθεριών και δικαιωμάτων”, πέρα του ότι στερούνται μεταφυσικού βάθους, είναι πλέον ιδιαίτερα αντιφατικές. Μέσα στην πληθώρα κοσμοθεωριών που έχει οδηγήσει πρακτικά στην απόρριψή τους λόγω σύγχυσης, όπως δείχνει ο Peter Berger, ο όρος “ανεκτικότητα” δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά “μην πιστεύεις σε τίποτα”. Και ο λόγος είναι ότι η πίστη δεν επιτρέπει στην “ψυχολογία του κακομαθημένου παιδιού” να ξεδιπλωθεί άνετα. Κι όπως υποστηρίζει ο Os Guinness, “αρχικά η ανεκτικότητα προϋπέθετε την ξεκάθαρη δέσμευση σε μία πεποίθηση. Η πεποίθηση αυτή ήταν ακλόνητη, υπήρχε όμως παράλληλα με ανεκτικότητα για άλλες πεποιθήσεις που το άτομο θεωρούσε αφελείς ή λανθασμένες, των οποίων όμως την ύπαρξη αποδεχόταν, εξαιτίας των ανθρώπινων σφαλμάτων και συνεπώς της ροπής κάποιου σε αυτά. Σήμερα, όμως, η ανεκτικότητα έχει εκφυλιστεί σε έλλειψη ανεκτικότητας προς οποιαδήποτε πεποίθηση που κάποιος έχει και στην οποία έχει δεσμευτεί, όλες εκ των οποίων απορρίπτονται ως “επικριτικές” και “αδιάλλακτες” ’’. Με άλλα λόγια, η απλή παρατήρηση των φαινομένων που εκτυλίσσονται γύρω μας μπορεί να μας πληροφορήσει για την έμφυτη αντίφαση της “έλλειψης ανεκτικότητας”, της αδιαλλαξίας. Και ας μην ξεχνούμε ότι –πάλι σύμφωνα με τον Os Guinness- όσον αφορά το κοινωνικό σύνολο “η ελευθερία προϋποθέτει αρετή, η αρετή προϋποθέτει κάποιου είδους πίστη, η πίστη προϋποθέτει ελευθερία” γεγονός που δείχνει ότι η απόρριψη πίστης σε κάτι ανώτερο κι αιώνιο ώστε να ξεδιπλωθεί το κυρίαρχο θέλω είναι επιζήμια προς το κοινωνικό σύνολο. Δεν μπορεί να υπάρχει δεμένη κοινωνία χωρίς κάτι ανώτερο από αυτή ως αντικείμενο πίστης.

Κλείνοντας, ας θυμηθούμε ότι τα “καθόλου όντα” ή μία μεταφυσική δομή που ορίζει το σωστό και το λάθος, αυτό που είναι ο Θεός για τους θρησκευόμενους, δεν είναι μόνο “το μορφικό αίτιο” που θα φέρει τάξη στο χάος του γυμνού βιώματος ή γεγονότος, αλλά και η λύση σε πολλά κοινωνικά αδιέξοδα. Σύμφωνα με τον G.K.Chesterton “συνήθως ψάχνουμε τη θεραπεία αφού βρούμε την ασθένεια. Αλλά ο ορισμός και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου έγκειται στο ότι σε κοινωνικά θέματα πρέπει να βρούμε τη θεραπεία πριν βρούμε την ασθένεια…. Το πρόβλημα με τον κόσμο είναι ότι δεν ρωτάμε τι είναι το σωστό”. Αλλά στην κυριαρχία του θέλω αυτό δεν είναι εφικτό.

By | 2015-10-20T11:31:25+00:00 October 20th, 2015|ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ|0 Comments

About the Author:

Giorgos studied Biology at the University of Patras, Greece and did his Master's in Philosophy of Science at the University of Athens. He works at the pharmaceutical sector while doing his PhD in Philosophy. Giorgos is the coordinator for "Imago Dei", a place where Christians and non-Christians meet to exchange opinions about their worldview and overall perception of reality.