Η αυτονομία είναι αγαπημένη –αν όχι λατρεμένη-  έννοια. Φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα με τις διαισθήσεις μας αλλά και το όλο ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πλέον κινούμαστε και τόνοι από μελάνι και αίμα (χωρίς υπερβολή) έχουν χυθεί για την υπεράσπιση και τη διασφάλισή της. Ειλικρινά, όμως, δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο στο νου μας έχει βρει μία επιτυχημένη ερμηνεία ή μία ακριβή περιγραφή, με τρόπο που να διασώζονται περισσότερα από όσα θυσιάζονται. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας των ιδεών ήταν πολλοί εκείνοι που την επικαλέστηκαν και πλέον χρησιμοποιείται με τη σημασία της να λαμβάνεται σχεδόν αξιωματικά τόσο από τη σκοπιά της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας όσο και από τους υπέρμαχους συγκεκριμένων ηθικών φιλοσοφικών απόψεων. Παρόλα αυτά συνεχίζω να είμαι επιφυλακτικός για το κατά πόσο η ‘αυτονομία’ έχει ‘κερδίσει’ τον κυρίαρχο ρόλο που της αποδίδουμε. Ας δούμε, αρχικά, μελετώντας την ιστορία του όρου, πώς ταυτίζει την ‘αυτονομία’ με την ‘αξιοπρέπεια’ του ανθρώπου ένας παλιός και ιδιαίτερα επιδραστικός για την εποχή του στοχαστής, ο Giovanni Pico Della Mirandola (1463-1494):

Ω σπουδαία ελευθερία του Θεού Πατέρα! Ω σπουδαία και θαυμάσια ευτυχία του ανθρώπου! Σε αυτόν δόθηκε να έχει αυτό που επιλέγει και να είναι αυτό που βούλεται… Στη γέννηση του ανθρώπου ο Πατέρας τοποθετεί μέσα του όλα τα είδη σπερμάτων, και βλαστάρια κάθε είδους ζωής. Τα σπέρματα που κάθε άνθρωπος καλλιεργεί αυξάνουν και φέρουν καρπό μέσα του. Αν καλλιεργήσει φυτικά σπέρματα, θα γίνει φυτό. Αν καλλιεργήσει τα σπέρματα της αίσθησης, θα γίνει κτήνος. Αν καλλιεργήσει τα λογικά, θα γίνει ένα ουράνιο ζώο. Αν καλλιεργήσει τα διανοητικά, θα γίνει άγγελος και γιος Θεού.”

Το άνωθι απόσπασμα προέρχεται από το σύγγραμμα “De Hominis Dignitate” (Περί της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) και παρά τη θεολογική του χροιά, από τις πρώτες προτάσεις ήδη φαίνεται το ότι η αξία του ανθρώπου για τον Pico Della Mirandola εντοπίζεται στην ικανότητά του να επιλέξει αυτός το δρόμο που θα ακολουθήσει, μία στάση που δείχνει απομάκρυνση από τα Βιβλικά πρότυπα –παρά το θεολογικό χαρακτήρα του κειμένου- και που σε μεγάλο ποσοστό οφείλεται στο συγκρητιστικό κλίμα στο οποίο έζησε και έγραψε. Αυτό που μας λέει, με άλλα λόγια, είναι ότι είτε επιλέξει να αποκτηνωθεί είτε να εξυψωθεί ηθικά και διανοητικά, η αξία του ανθρώπου έγκειται στη δυνατότητα της επιλογής του αυτής καθ’ αυτής. Κάτι ανάλογο έχει διατυπώσει –αν και λακωνικά σε σύγκριση με τον Pico Della Mirandola- και ο σύγχρονος (και επίσης ιδιαίτερα επιδραστικός) Peter Singer:

“η αυτονομία ισούται με την ικανότητα κάποιου να επιλέγει το πώς θα ζήσει τη ζωή του” (Practical Ethics)

και –επιτρέψτε μου να προσθέσω- “με το δικαίωμά του να κάνει αυτή την επιλογή”. Αν προσθέσουμε στην εξίσωση τη συμβολή  του John Stuart Mill, η άποψη που τελικά επικρατεί γύρω μας φαίνεται να είναι (σύμφωνα με τα λόγια του Charles Foster) η εξής:

“όλοι μας έχουμε ένα σχέδιο για τη ζωή μας, όλοι μας έχουμε το δικαίωμα αυτό να είναι σεβαστό από τους άλλους, και όσον αφορά τα ‘καθήκοντα’ που περιορίζουν την αυτονομία μας, το μόνο καθήκον μας είναι να μην ανακατευόμαστε στις ζωές των άλλων”. (C. Foster: Choosing Life – Choosing Death, The Tyranny of Autonomy in Medical Ethics)

Προς το παρόν ας κρατήσουμε στο μυαλό μας την αναφορά του Foster στα δικαιώματα και τα καθήκοντα και ας προχωρήσουμε στο να αναφέρουμε ότι μία από τις πιο ξεχωριστές ‘φωνές’ όσον αφορά την ‘αυτονομία’ είναι και αυτή που πλέον λαμβάνεται σπάνια υπόψη, έξω από την ιστορική έρευνα που έχει να κάνει με την ‘αυτονομία’, και αναφέρομαι στον Immanuel Kant. Στα Θεμέλια της Μεταφυσικής των Ηθών του διαβάζουμε:

Μέσα στο κράτος των σκοπών το κάθε τι έχει είτε μια τιμή, είτε μια αξιοπρέπεια. Ό,τι έχει μια τιμή, μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο ισότιμό του. Ό,τι όμως είναι υπεράνω κάθε τιμής, και συνεπώς δεν έχει κανένα ισότιμό του, αυτό έχει αξιοπρέπεια… εκείνο που αποτελεί τον αναγκαίο όρο, κάτω από τον οποίο ένα ον μπορεί να γίνει αυτοσκοπός, δεν έχει μόνο μια σχετική αξία, δηλαδή μια τιμή, αλλά έχει εσωτερική αξία, δηλαδή αξιοπρέπεια. Η ηθικότητα είναι ο απαραίτητος όρος, κάτω από τον οποίο ένα έλλογο ον μπορεί να είναι αυτοσκοπός, γιατί μόνο με την ηθικότητα είναι δυνατό να υπάρξει ως νομοθέτης ένα μέλος μέσα στο κράτος των σκοπών. Άρα η ηθικότητα και η ηθική ανθρωπότητα είναι οι μόνες που έχουν αξιοπρέπεια… Γιατί το έλλογο ον δεν έχει καμία άλλη αξία, από αυτήν που του δίνει ο ηθικός νόμος. Αλλά η ίδια η νομοθεσία ως πηγή κάθε ηθικής αξίας πρέπει να έχει αξιοπρέπεια, δηλαδή μια απόλυτη και ασύγκριτη αξία… Η αυτονομία είναι λοιπόν το θεμέλιο της αξιοπρέπειας τόσο της ανθρώπινης, όσο και κάθε άλλης έλλογης φύσης”.

 Αν προσέξουμε, η ‘αυτονομία’ κατά Καντ είναι αυτό που φανερώνουν και τα συνθετικά της λέξης: αυτο-νομοθεσία. Νομοθεσία όμως που οδηγεί το άτομο στο να υποταχτεί στον καθολικό ηθικό νόμο (την Κατηγορική Προσταγή) που γεννά ο λόγος, και σε αυτή του την υποταγή είναι που εντοπίζεται η ‘αξία’ του ανθρώπου. Είναι περιττό να σχολιάσουμε ότι το χάσμα μεταξύ του Καντ και της διαδεδομένης άποψης είναι αγεφύρωτο. Εξάλλου, δεν υπάρχει λόγος να θυσιάσω το δικαίωμά μου να ορίζω εγώ τη ζωή μου ώστε να υποταχτώ σε κάποιον καθολικό νόμο ή σε κάποιον (κυρίως αυτό) που μιλά και δρα εξ ονόματός του. Ο καιρός της θεμελιοκρατίας πέρασε ανεπιστρεπτί και στο μεταμοντέρνο πλαίσιο που ζω δεν υπάρχει χώρος για αυτή.

‘Ένα μοτίβο που φαίνεται να επαναλαμβάνεται είναι η επιστροφή στους παλαιότερους όταν οι ‘σύγχρονοι’ δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες μας. Πολλοί ήταν εκείνοι που διαισθάνθηκαν ότι η άνωθι διαδεδομένη αντίληψη περί αυτονομίας θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, όχι μόνο στο χώρο του φαινομένου (όπως π.χ. στη χρεωκοπημένη Ελλάδα του 2013) αλλά και στη φιλοσοφική θεμελίωση. Το αποτέλεσμα ήταν (εκτός των άλλων) η αναβίωση των κλασικών ηθικών θεωριών (ιδιαίτερα αυτή του Αριστοτέλη) καθώς και η μεσαιωνική εκδοχή αυτών, όπως με την περίπτωση της ηθικής θεωρίας του Φυσικού Νόμου όπως εκφράστηκε από το Θωμά τον Ακινάτη (μία τοποθέτηση γνωστή και ως ‘Θωμισμός’ – ‘Thomism’). Πριν πούμε όμως περισσότερα για αυτούς, ας επιστρέψουμε λίγο στην ‘αυτονομία’ όπως νοείται σήμερα και ας προσπαθήσουμε να τη δούμε στη βιωματική, καθημερινή της διάσταση και όχι ως μία σύλληψη του νου, προορισμένη να μείνει μόνιμα στο χώρο του ‘νοουμένου’ (όχι με την Καντιανή έννοια). Τι θα γινόταν αν την ‘αυτονομία’ (και όλες οι παραδοχές επάνω στις οποίες αυτή στηρίζεται) όπως την έχω στο νου μου την εφάρμοζα στην καθημερινή μου ζωή; Το πρώτο πρόβλημα εγείρεται με την απλή ερώτηση (όπως έδειξε και η Onora O’ Neill στο Autonomy and Trust in Bioethics) “αυτονομία να κάνω τι;Πίσω από αυτή την ερώτηση κρύβονται δύο υποερωτήματα:

α) Πώς θα αξιολογηθούν όσα κάνω; &

β) Πώς θα ξέρω τι είναι αυτό που πρέπει να κάνω;

Μπορώ φυσικά να επικαλεσθώ μία ηδονοκρατική προσέγγιση και να πω “όλοι επιδιώκουμε την ευχαρίστηση και την αποφυγή του πόνου” κι αυτό πρέπει να αρκεί. Απλό αλλά σε καμία περίπτωση απλοϊκό και σίγουρα λάθος. Διότι η ίδια μου η οντολογική ταυτότητα επιβάλλει να σχετιστώ. Δεν υπάρχει απόφαση η οποία δε λαμβάνει χώρα (ή δεν οδηγεί σε πράξη) εν μέσω ενός δικτύου σχέσεων με άλλους, οι οποίοι με αξιολογούν όπως κι εγώ αξιολογώ αυτούς. Ακριβώς επειδή είμαστε άνθρωποι και το να είναι κάποιος άνθρωπος σημαίνει –εκτός των άλλων- ότι σχετίζεται, αφ’ ενός, και αξιολογεί, αφ’ ετέρου, τόσο τον εαυτό του όσο και τους άλλους. Η “αυτόνομη” πράξη μου (που θα λάβει χώρα ώστε να μου προσφέρει ευχαρίστηση, εφόσον αυτός είναι ο γνώμονάς μου) θα επηρεάσει ή και θα μειώσει την ‘αυτονομία’ του διπλανού μου με τρόπο ο οποίος αναπόφευκτα θα αξιολογηθεί ηθικά (και που ίσως τον οδηγήσει σε πόνο). Και κάπου εδώ είναι που τα πράγματα περιπλέκονται. Διότι αν “αυτόνομα” ο διπλανός μου έχει επιλέξει έναν ανεξάρτητο τρόπο να αξιολογεί πρόσωπα και καταστάσεις τότε δεν υπάρχει πρόβλημα, όσον αφορά την αξιολόγηση. Υπάρχει όμως πρόβλημα όταν οι “αυτονομίες” μας συγκρουστούν. Η μία πλευρά είναι αυτή. Ο καθένας διαλέγει τον δικό του ηθικό κώδικα, “κλεισμένος” στην “αυτόνομη” ύπαρξή του, προορισμένος διαρκώς να διεκδικεί δικαιώματα καθώς παρατηρεί την κοινωνία γύρω του να βυθίζεται στο χάος της ηθικής ασυνενοησίας και της ατομοκεντρικής θεώρησης των πραγμάτων (βλέπε πάλι Ελλάδα του 2013). Υπάρχει όμως μία ακόμη πλευρά, Αριστοτελικής (αν θέλουμε να μεταχειριστούμε φιλοσοφική γλώσσα) προέλευσης, η οποία προσφέρει μία εναλλακτική απάντηση στο “πώς θα αξιολογηθούν όσα κάνω;” & “πώς θα ξέρω τι είναι αυτό που πρέπει να κάνω;” Ο συλλογισμός είναι απλός: υπάρχει μία αντίληψη περί Αγαθού που μοιράζεται η κοινωνία η οποία προσδιορίζει α) το τι πρέπει να κάνω & β) πώς αξιολογώ τις πράξεις, τόσο τις δικές μου όσο και των άλλων. Η αντίληψη είναι καθαρά τελεολογική και προϋποθέτει ότι ο γνώμονας πίσω από την επιλογή και την αξιολόγηση είναι κάποιος σκοπός που έχει να κάνει (πάντα κατά την Αριστοτελική έννοια) με τον άνθρωπο. Αν φανταστούμε μία τέτοια κοινωνία με άτομα που κατευθύνουν τις ζωές τους βάσει μίας κοινής αντίληψης περί “αγαθού” –ας το ορίσουμε ως “αυτό που βοηθά τον άνθρωπο να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά εκείνα που ταιριάζουν σε μία τέλεια “ανθρωπινότητα” “- τότε μπορούμε να φανταστούμε μία κοινωνία όπου η εγωκεντρική θεώρηση και η κυριαρχία του “δικαιώματος” έχουν αντικατασταθεί από την ενεργό προσπάθεια του καθενός να προσεγγίσει την “πλήρη ανθρωπινότητα”, βοηθώντας ταυτόχρονα, υποκινούμενος από μία έννοια καθήκοντος, τον διπλανό του να κάνει το ίδιο (η ίδια η ανταπόκριση στο καθήκον μπορεί να χαρακτηριστεί σαν κάτι που τιμά τον άνθρωπο γενικότερα και που αποτελεί ανώτερο γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης). Κι όπως σχολίασε ο David Thomasma,

στην απουσία μίας γενικά αποδεκτής έννοιας Αγαθού είναι απίστευτα δύσκολο (όχι αδύνατο) να επιτύχει κανείς την επιδίωξη του δικού του σχεδίου.” (Thomasma: Ο Αριστοτέλης, Η Φρόνησις και η Μεταμοντέρνα Βιοηθική). 

Με αυτό τον τρόπο (ο οποίος προσφέρει ένα σαφές “τέλος” που συμφωνεί με τις βαθύτερες διαισθήσεις μας και –θεωρητικά- οδηγεί σε μία ευδαίμονα -καλή και σωστή- κοινωνία) όχι μόνο εξασφαλίζεται η ηθική επικοινωνία του κοινωνικού συνόλου, με τρόπο που ορίζει σαφώς το τέλος και τα αξιολογικά κριτήρια, αλλά κάτι ακόμη, πολύ πιο σημαντικό, το οποίο έχει να κάνει με την αίσθηση της ταυτότητας και του νοήματος.  Διότι σε μία κοινωνία που μοιράζεται κοινή ιστορία, κοινή γλώσσα και μία κοινή αντίληψη περί αγαθού είναι που το άτομο αποκτά μία σαφέστερη εικόνα του ποιος είναι και ποιο το νόημα της ζωής του. Μάλιστα, όπως υποστήριξε ο Alasdair MacIntyre

δεν είμαστε ποτέ κάτι παραπάνω (πολλές φορές μάλιστα είμαστε κάτι λιγότερο) από συνεργάτες στη συγγραφή της προσωπικής μας αφήγησης (narrative)”. (After Virtue) 

Στη σκέψη του, δεν μπορώ να απαντήσω “ποιος είμαι” και “ποιο είναι το νόημα της ζωής μου” αν την προσωπική μου αφήγηση δεν την τοποθετήσω σε μία ευρύτερη αφήγηση της οποίας είμαι μέρος, και με την οποία μοιράζομαι κοινή αίσθηση προέλευσης, γλώσσας αλλά και ηθικής (μέσω του Αγαθού που αναφέραμε πιο πριν) αφού η αίσθηση έλλειψης νοήματος οφείλεται σε μία ατομική κατασκευή της ιστορίας μου, χωρίς καμία αίσθηση ενός τέλους

Τι κρατάμε από όλα αυτά; Ότι ενδεχομένως η άκριτη υπεράσπιση μίας λανθασμένης έννοιας “αυτονομίας” ίσως όντως θυσιάζει περισσότερα από όσα διασώζει. Κάποιος στοχαστής είχε πει ότι

ηθική φιλοσοφία δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν φανταστούμε έναν τέλειο κόσμο με τέλειους ανθρώπους και αν δεν συγκρίνουμε αυτή την κατάσταση με το τώρα”.

Η αναβίωση των κλασικών ως απόκριση στο άνωθι εγχείρημα  συνεισέφερε στην επαναφορά της έννοιας του Αγαθού, μπροστά στο οποίο συντονίζεται το άτομο και η κοινωνία, υπενθυμίζοντάς μας ότι ενδεχομένως η λύση βρίσκεται σε εκείνες τις παραδοσιακές αξίες και αρχές που άκριτα και επιπόλαια εγκαταλείφθηκαν: διυποκειμενικότητα, αλληλεγγύη, αγάπη, αυτοθυσία, καθήκον, έννοιες που “τροφοδοτούνται” από ένα Αγαθό που δεσπόζει επάνω από όλα και που όχι μόνο δεν παραμένει κρυμμένο σε κάποιο υπερβατολογικό πεδίο, αλλά εφόσον καλείται να ενορχηστρώσει έννοιες και άτομα, μπορεί και οφείλει να είναι γνώσιμο.  Αλλά φυσικά, όταν έγραφε ο Αριστοτέλης αυτή η αλήθεια υπήρχε ήδη στην Αγία Γραφή. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση, το Αγαθό είναι πρόσωπο και η “πλήρης ανθρωπινότητα” επιτυγχάνεται μόνο σε σχέση λατρείας, αγάπης και υποταγής μαζί του.

Του Γιώργου Καλαντζή