Μπρος στον καθρεφτη του “Μαυρου Κυκνου”

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σκηνοθετικά ευρήματα είναι o ρόλος που παίζουν μέσα στην ταινία οι καθρέφτες. Σε πολλές σκηνές του έργου υπάρχουν είτε στο background τους είτε ως κεντρικό σημείο αναφοράς της σύνθεσής τους.  Αυτό αρχικά δεν μας ξαφνιάζει επειδή ο κόσμος των χορευτών περιβάλλεται από καθρέφτες. Ο σκηνοθέτης έτσι μπορεί να προσεγγίσει το θέμα υπαινικτικά. Καθώς όμως παρατηρούμε πιο προσεκτικά διαπιστώνουμε μια υπερβολή. Ο καθρέφτης από εξάρτημα γίνεται σύμβολο. Ζωντανό υποκείμενο που το βλέπεις αλλά και σε βλέπει.  Τι είναι λοιπόν; Είναι το κάτοπτρο στο οποίο βλέπουμε ή προσπαθούμε να δούμε ποιοι είμαστε. Ψάχνουμε να βρούμε τον εαυτό μας, την ταυτότητά μας. Προτείνουμε λοιπόν ότι ο καθρέφτης είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Αρονόφσκι μας προσκαλεί να παρακολουθήσουμε την αναζήτηση της ταυτότητας της Νίνας. Κοιτώντας τον έρχεται αντιμέτωπη με την ερώτηση «ποια είμαι;». Ή ακόμη «ποια θέλω να είμαι». Επίσης «ποια οι άλλοι με θέλουν να είμαι». Ακόμη βαθύτερα, «γιατί θέλω να γίνω αυτή που θέλω να είμαι». Η ταινία δεν είναι τίποτα άλλο από την πάλη της πρωταγωνίστριας με αυτές τις ερωτήσεις. Υπάρχει μία σκηνή στην οποία θέλω να μείνω. Μόλις πληροφορήθηκε ότι πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Και με μία εύθραυστη, σεμνή χαρά κλείνεται μέσα σε μία τουαλέτα και τηλεφωνεί στη μητέρα της για να της πει τα νέα. Η φωνή της είναι σχεδόν ψιθυριστή, δάκρια χαράς κυλούν. Την βλέπουμε τόσο εύθραυστη, τόσο αθώα και μας κερδίζει. Ίσως η ερώτηση σχετικά με την ταυτότητά της τελικά να απαντήθηκε. Βγαίνοντας όμως ο καθρέφτης έχει τη δική του άποψη. Πάνω του είναι γραμμένο με κόκκινο κραγιόν η λέξη «whore». Το κόκκινο κραγιόν είναι σημαντικό. Είναι το κραγιόν που έκλεψε από την προηγούμενη πρωταγωνίστρια που απωθήθηκε ώστε να ανοίξει ο χώρος για τη δική της άνοδο. Είναι το κραγιόν που φόρεσε για να εμφανιστεί στον χορογράφο ώστε να τον πείσει να πάρει τον ρόλο. Μέσα στην αθωότητα υπάρχει η ενοχή και ο καθρέφτης μας το θυμίζει. Σε αυτό αναφέρεται πιστεύω ο Μπόρχες όταν μιλά για τον “τρόμο του καθρέφτη”. Γράφει “καθρέφτες από μέταλλο ή καθρέφτες / κρυμμένοι μέσα στο μαόνι που απ’ την ομίχλη / του πορφυρένιου μισοσκόταδου αποσβολώνει / αυτό το βλέμμα όπως το κοιτάς και σε κοιτάει”. Και καταλήγει “Ο Θεός έπλασε τη νύχτα που γεμίζει / όνειρα και τις μορφές του καθρέφτη / ώστε να νιώθει ο άνθρωπος πως είναι αντανάκλαση / και ματαιότητα απλώς. Γι’ αυτό μας τρομάζουν”. Η μόνη αντίρρησή μας στον Μπόρχες είναι ότι συχνά τους καθρέφτες δεν τους στήνει ο Θεός αλλά εμείς οι ίδιοι…

Βέβαια ο κύριος ρόλος του καθρέφτη είναι η κατάκτηση της τελειότητας. Είναι εκεί μπροστά που προσπαθείς εναγωνίως να αποκομίσεις την επιβράβευση και την ολοκλήρωση. Από εκεί περιμένεις να αντλήσεις «δικαίωση» και φυσικά αυτή δεν γίνεται παρά να είναι «εξ έργων». Τελικά όμως ψάχνοντας έτσι να βρεις τον εαυτό σου, τον χάνεις. Στο τέλος δεν ξέρεις ποιον ακριβώς βλέπεις. Όλα γίνονται μια θολή, παραμορφωμένη, τρομακτική, παραληρηματική εικόνα.

Υπάρχει άλλος δρόμος; Ο Ιησούς Χριστός απολύτως ανατρεπτικά καλεί στην ακριβώς αντίστροφη κατεύθυνση. Μας καλεί να χάσουμε τον εαυτό μας για τον βρούμε. Αυτό σημαίνει κάτι απλό αλλά απολύτως δύσκολο για τον άνθρωπο. Να αποφασίσει ότι την ταυτότητά του δεν θα την αντλήσει αυτός από τον εαυτό του αλλά από τον Θεό. Να δεχτεί ότι την αξία του και τη «δικαίωσή» του δεν θα την λάβει μπροστά στον καθρέφτη που μας εγκλωβίζει σε ένα κλειστό φαύλο κύκλο στον οποίο απλά αναπαράγεται το είδωλό μας αλλά στην «έξοδο» μας προς τον Θεό. Και επίσης ότι αυτή η δικαίωση δεν στηρίζεται σε «έργα» δικά σου, δεν είναι κατάκτηση ή κατόρθωμα αλλά στηρίζεται στην «πίστη», είναι δηλαδή παράδοση και χαρά σε αυτό που ο Θεός έκανε για σένα.

By | 2013-05-15T10:57:50+00:00 March 18th, 2011|ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|0 Comments

About the Author: