NOSTALGIA FOR THE ABSOLUTE

George Steiner: “Nostalgia for the Absolute” (Νοσταλγία για το Απόλυτο)

Η παρουσίαση αυτή δεν αφορά ένα βιβλίο αλλά μάλλον ένα μεγάλο φυλλάδιο, μια και το έργο αυτό του George Steiner έχει έκταση μόλις 70 σελίδες (πάνω-κάτω), μαζί με τα περιεχόμενα, τους προλόγους, τις σημειώσεις, τη βιβλιογραφία κτλ. Το “Nostalgia for the Absolute” συγκεντρώνει τις ιδέες που πρωτο-εκφράστηκαν από τον ίδιο το Steiner το 1974 σε μία σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών του CBC και που παρουσιάστηκαν στη συνέχεια σε έντυπη μορφή με πέντε ενότητες, όσες ήταν και οι εκπομπές με το αντίστοιχο περιεχόμενο. (τις οποίες μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=VukOvcwOx_c) Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν έχει να κάνει με την αλήθεια ή το ψεύδος όσων παρουσιάζει, μια και σπάνια η έκταση ενός έργου συνδέεται (όχι λογικά τουλάχιστον) με την επιτυχία του όσον αφορά την αναπαράσταση της πραγματικότητας. Και θεωρούμε ότι σε αυτό ακριβώς τον τομέα ο Steiner σε μεγάλο βαθμό (όχι απόλυτα) είναι επιτυχής. Το ζήτημα το οποίο εξετάζει και το οποίο θα περιγράψουμε με συντομία είναι το εξής: μετά την υποχώρηση του Χριστιανισμού στο παρασκήνιο της Ευρωπαϊκής πραγματικότητας, υπήρξε κάποιος “μύθος” (όχι με τη συνηθισμένη χρήση του όρου) που να έδωσε μία σαφή και συνεπή εξήγηση των βαθύτερων ζητημάτων που ορίζουν τον άνθρωπο; Ο ίδιος, χωρίς να υποστηρίζει την ορθότητα και μοναδικότητα της Χριστιανικής πίστης, πιστεύει πως “όχι”. Και μας προσφέρει μερικούς λόγους για να υποστηρίξει τη θέση του.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η έννοια γύρω από την οποία περιστρέφεται η σκέψη του Steiner είναι αυτή της “μυθολογίας”, την οποία ορίζει ως “μία πλήρη εικόνα του ανθρώπου στον κόσμο”. Μυθολογία μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε κοινωνικό, πολιτικό, ψυχολογιστικό ή πνευματικό σύστημα ιδεών που καλείται να εξηγήσει την ανθρώπινη κατάσταση – την ιστορία, το νόημα της ζωής, τις μελλοντικές προσδοκίες μας, όσα δηλαδή συνθέτουν την εικόνα του ανθρώπου που προαναφέραμε. H επιτυχία της κάθε μυθολογίας -κατά Steiner- εξαρτάται από το κατά πόσο η εικόνα του ανθρώπου που περιγράφει είναι όντως “πλήρης”, κατά πόσο μπορεί να καλύψει τα πάντα που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη. Και πρόκειται για ένα αυστηρό κριτήριο, αφού “μία πλήρης ερμηνεία καταρρέει όταν προκύπτει μία εξαίρεση ή ένα αντι-παράδειγμα. Δεν ωφελεί να προσπαθήσει κάποιος να τη “μπαλώσει” ή να την επιδιορθώσει εδώ και εκεί. Το οικοδόμημα καταρρέει ολόκληρο, με ενιαίο τρόπο”. Η “πληρότητα” αυτή του συστήματος, πέρα από απαίτηση αποτελεί και ένα από τα τρία χαρακτηριστικά μίας “μυθολογίας”, μαζί με τα εξής δύο: α) “…η μυθολογία θα έχει μία αναγνωρίσιμη αρχή και τα ακόλουθα στάδια ανάπτυξης…θα πρέπει να υπάρχει μία στιγμή αποκάλυψης ή διάγνωσης από τις οποίες ξεπηδά ολόκληρο το σύστημα. Αυτή η καθοριστική αρχική στιγμή και η ιστορία του θεμελιακού προφητικού οράματος θα διατηρηθούν σε μία σειρά “κανονικών” κειμένων” και β) “μία γνήσια μυθολογία θα αναπτύξει τη δική της γλώσσα, το δικό της χαρακτηριστικό ιδίωμα, το δικό της σύνολο εμβληματικών εικόνων, μεταφορών, δραματικών σεναρίων. Θα γεννήσει το δικό της σώμα μύθων.” Μέχρι μία συγκεκριμένη στιγμή, η σκέψη και ταυτότητα του ανθρώπου στην Ευρώπη οριζόταν από τη Χριστιανική θεολογία, η οποία διαδραμάτιζε το ρόλο της κυρίαρχης μυθολογίας, μια και προσέφερε απαντήσεις στα κύρια ερωτηματικά της ύπαρξης (η “πλήρης εικόνα” που προαναφέραμε). Σταδιακά όμως παρατηρήθηκε μία παρακμή στο ρόλο των θρησκευτικών συστημάτων, των εκκλησιών, στη Δυτική κοινωνία. Είτε εξαιτίας της ανόδου του επιστημονικού ορθολογισμού, του Δαρβινισμού, της σύγχρονης τεχνολογίας, είτε όλων αυτών μαζί, “η Χριστιανική πίστη (ο Steiner χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό εδώ) που είχε οργανώσει τόσο πολύ τη Δυτική άποψη περί της ταυτότητας του ανθρώπου και της ζωής του στον κόσμο, της οποίας οι πρακτικές και οι συμβολισμοί είχαν τόσο πολύ διαποτίσει την καθημερινή μας ζωή από το τέλος του Ρωμαϊκού και Ελληνιστικού κόσμου κι έπειτα, είχε χάσει την εξουσία της επάνω στη λογική και την καθημερινή ύπαρξη […] Αυτή η παρακμή, καθώς επηρέασε την καρδιά του Δυτικού ηθικού και διανοητικού είναι, άφησε πίσω της ένα απέραντο κενό. Και η πολιτική και φιλοσοφική ιστορία των τελευταίων 150 ετών κλήθηκε να γεμίσει αυτό το κενό που κάποτε γέμιζε η θεολογία.” Οι εναλλακτικές αυτές θεολογίες -σύμφωνα με τον Steiner- έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της “μυθολογίας”: ισχυρισμούς περί “πληρότητας”, κάποιου είδους αποκάλυψη περί της κατάστασης του ανθρώπου, “κανονικά” κείμενα και ιδιαίτερη γλώσσα με τους συμβολισμούς που τη συνοδεύουν. Μπορούν όμως μετά από προσεκτική παρατήρηση και εξέταση να περάσουν τη δοκιμασία που θα τους επιτρέψει να χαρακτηριστούν “επιτυχείς”; Μπορούν να δώσουν πλήρη εικόνα του ανθρώπου και ικανοποίηση στις βαθύτερες αναζητήσεις του περί νοήματος της ύπαρξης; Ο Steiner προχωρά κι εξετάζει μερικές ιδιαίτερα επιδραστικές νεο-θεολογίες και μας προσφέρει την άποψή του: Μαρξισμός, Φροϋδισμός, Δομιστική Ανθρωπολογία, UFOλογία (!!!), επιστημονική και φιλοσοφική αναζήτηση της αλήθειας.

Η κριτική του Steiner ξεκινά με το Μαρξισμό ως εξής: “Το μυθολογικό σενάριο στο Μαρξισμό, δεν είναι μόνο εμφανώς δραματικό, αλλά αντιπροσωπευτικό επίσης του ρεύματος εκείνου της σκέψης στην Ευρώπη που ονομάζουμε ρομαντισμό. Όπως και τα άλλα κατασκευάσματα της κοινωνικής ουτοπίας….ο Μαρξισμός εκφράζεται με όρους ιστορικού έπους. Μιλά για την πρόοδο του ανθρώπου από τη δουλεία προς το μελλοντικό βασίλειο της τέλειας δικαιοσύνης… Ο Μαρξισμός μεταφράζει το θεολογικό δόγμα της πτώσης του ανθρώπου, του πρωταρχικού αμαρτήματος και της τελικής λύτρωσης, σε ιστορικούς, κοινωνικούς όρους”. Οι δυσκολίες με το Μαρξισμό και τις απαιτήσεις που συνοδεύουν μία συνεπή μυθολογία που αναφέρει ο Steiner είναι πολλές, αλλά εστιάζει σε μία: Ο Μαρξ είναι ιδιαίτερα πρόθυμος να μας μιλήσει για το αύριο, για την ευλογημένη κατάσταση του μελλοντικού ανθρώπου, σε έναν κόσμο χωρίς τάξεις. Αλλά η ερώτηση που μας βασανίζει παραμένει αναπάντητη: τι φταίει για την αρχική καταστροφή που οδήγησε τον άνθρωπο στην παρούσα κατάσταση; “Ποια είναι η πτώση του ανθρώπου; Ποια αμαρτία διέπραξε; Ο Μαρξισμός δεν μας απαντά. […] Επιπλέον, έχει επανειλημμένα προφητεύσει τον ερχομό της αποκάλψης, την καταστροφή των εχθρών και την εγκαθίδρυση μίας τέλειας κοινωνίας. Άρα, τόσο με όρους ιστορίας όσο και προφητείας, απέτυχε. […] Το όραμα, η υπόσχεση, το κάλεσμα για ολοκληρωτική αφοσίωση και ανακαίνιση του ανθρώπου, όλα αυτά ήταν με την πλήρη έννοια των όρων μεσσιανικά, θρησκευτικά, θεολογικά… Είναι ένας “Θεός που απέτυχε”.” Η σύνδεση μεταξύ Μαρξισμού και Φροϋδισμού, ο οποίος μπαίνει στη συνέχεια στο μικροσκόπιο του Steiner, είναι η λανθασμένη υποστήριξη που και τα δύο συστήματα επεδίωξαν μέσα από τη χρήση του όρου “επιστημονικός”. Ο Μαρξισμός επικαλείται τον επιστημονικό όρο της διαλεκτικής και ο Freud λαχταρούσε να δει τις θεωρίες του να αποκτούν βιολογικά-επιστημονικά ερείσματα. Κάτι που ποτέ δεν έγινε. “Αυτοί οι ισχυριμοί (περί επιστημονικότητας) δεν αντανακλούν κάποιο επιστημονικό status, αλλά την προσπάθεια να κληρονομήσουν την ξεπερασμένη αυθεντία, τις δογματικές διαβεβαιώσεις της Χριστιανικής θεολογίας”. Η Φροϋδική ψυχανάλυση επέδρασε κι αυτή στη Δυτική κοινωνία αλλά με ένα κόστος: “Πολλές από τις εικασίες του Freud αυτο-επιβεβαιώθηκαν, αφού οι ιδιωτικές και κοινωνικές συνιστώσες μεταβλήθηκαν ώστε να ταιριάξουν με τις προσδοκίες της ψυχανάλυσης. Δεν είναι κακόγουστο αστείο ο ισχυρισμός ότι τόσες πολλές νευρώσεις ξεπήδησαν αφού ο Freud μας δίδαξε το πώς να τις περιμένουμε. Η ικανότητα αυτή να “δημιουργεί αντικειμενικές ενδείξεις (δεδομένα) – αφού η ψυχανάλυση επινοεί σχεδόν τους αναγκαίους ασθενείς της- δεν συνιστούν επιστημονικό status, αλλά τη μεταφορική “πληρότητα” της διάγνωσης, το συμβολικό σενάριο που χαρακτήριζε και το Μαρξισμό. Η διδασκαλία του Freud είναι αντι-θρησκευτική και συνιστά μία μετα-θεολογία (post-theology), μία θεολογία-υποκατάστατο, με μυθολογική δομή.” Ένας από τους στόχους του Freud ήταν το ξερίζωμα της θρησκείας, της επίκλησης του θεού (των θεών), κάτι στο οποίο φαίνεται να αντιτάχθηκε ο Jung, ο οποίος είδε στη θρησκεία ένα αναγκαίο συστατικό της ιστορίας και της υγείας της ανθρώπινης ψυχής. Τελικά ο Freud τα κατάφερε; “Όπως ο ορθόδοξος Μαρξισμός, έτσι κι ο Φροϋδισμός χάνεται σιγά σιγά στα βάθη της ιστορίας… Η κλινική υποστήριξή του παραμένει προβληματική. Το κίνημα διαιρέθηκε σε δεκάδες αντιμαχόμενες εκκλησίες… Ο Freud προσπάθησε να ξεριζώσει τις αρχαϊκές σκιές του ανορθολογισμού, της πίστης στο υπερφυσικό. Η υπόσχεσή του, όπως και του Marx, ήταν υπόσχεση για φως. Δεν υλοποιήθηκε. Το αντίθετο.”

Το έργο των Marx & Freud κλήθηκε να ολοκληρώσει ο ανθρωπολόγος Claude Lévi-Strauss, “ένας δημιουργός μύθων, ένας μυθογράφος, ένας δημιουργός θρύλων, στο έργο του οποίου η έννοια μίας πλήρους μυθολογίας είναι απόλυτα κεντρική”. Όπως και οι Marx & Freud, ο Lévi-Strauss επικαλείται την αυθεντία του όρου “επιστήμη” ώστε να θεμελιώσει την ανθρωπολογία του, την επιστημονική μελέτη του ανθρώπου. Κεντρική στο έργο του είναι η δυαρχία φύση/πολιτισμός (nature/culture), στην ένταση του οποίου είναι παγιδευμένος ο άνθρωπος. Η μετάβαση όμως από το ένα στο άλλο, από τη φύση στον πολιτισμό, αποτέλεσε ένα καταστροφικό βήμα “που άφησε σημάδια τόσο στην ανθρώπινη ψυχή όσο και τον οργανικό κόσμο”. Η ανθρωπολογία του Lévi-Strauss είναι ταυτόχρονα “εντροπολογία”, μελέτη της φθοράς, της καταστροφής. “Πήγαινε πίσω στους μεγάλους μύθους που γέννησε η ανθρώπινη φαντασία… και θα βρεις στις ρίζες τους απομεινάρια της ρήξης του ανθρώπου με το φυσικό κόσμο και τις πληγές που αυτή άφησε στις ψυχές μας […] Η ρήξη με τη φύση, το άλμα στον Πολιτισμό, σημαίνει αποξένωση από το περιβάλλον και από το κτήνος μέσα μας. Η γλώσσα αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για το ανθρώπινο μεγαλείο, αλλά ο άνθρωπος δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους ζωώδεις συγγενείς του, ούτε να τους ζητήσει βοήθεια”. Τα μυθοποιητικά ένστικτα του Lévi-Strauss είναι εμφανή για τον Steiner, παρά την επίκληση της επιστήμης που ο πρώτος κάνει. “Ο Lévi-Strauss δίνει φωνή σε ένα προφητικό αποκαλυπτικό όραμα τόσο σκληρό, τόσο πειστικό όσο και η Αποκάλυψη του Ιωάννη…αλλά εγείρεται και πάλι το ερώτημα: Έχουμε να κάνουμε με ένα επιστημονικό, συστηματικό σώμα σκέψης;” Ο ανθρωπολόγος επιδιώκει κι αυτός το ξερίζωμα των θρησκευτικών καταβολών στον άνθρωπο, μόνο που το σενάριο είναι σκοτεινό: ο άνθρωπος θα στραφεί ενάντια στα απομεινάρια της Εδέμ, θα καταστρέψει το περιβάλλον, την οργανική ζωή, κι όταν δεν έχει κάτι άλλο για να σκοτώσει, θα στραφεί ενάντια στον εαυτό του. Είναι εξάλλου πολύ αργά για να αλλάξουμε αυτή τη ροή.” Το κεφάλαιο περί Lévi-Strauss κλείνει με την εξής παρατήρηση: “Υπάρχουν Ιουδαϊκά στοιχεία, έντονα μάλιστα και στις τρεις περιπτώσεις (Marx, Freud & Lévi-Strauss ). O ουτοπικός μεσσιανισμός του Marx έχει ρίζες στις Ταλμουδικές παραδόσεις… Ο ορθολογισμός του Freud, η απαισιοδοξία του και η σοβαρότητα της ηθικής του, η ακλόνητη πίστη στη δύναμη του λόγου (word), όλα αυτά συνδέονται με την Εβραϊκή σκέψη… Στον Lévi-Strauss υπάρχει έντονη η έννοια της εκδίκησης, της ανικανότητας του ανθρώπου να τηρήσει τις δεσμεύσεις του απέναντι στη δημιουργία. Στους μοντέρνους καιρούς δεν είχαμε πιο περιγραφική, πιο δυνατή ανάγνωση της παράβασης της διαθήκης εκ μέρους του ανθρώπου όσον αφορά τη διατήρηση ενός κήπου που έπρεπε να φυλάξει και να διατηρήσει… Είναι τυχαίο ότι και οι τρεις αυτοί οραματιστές έχουν Εβραϊκό υπόβαθρο;….ότι αυτές οι προσπάθειες για την αντικατάσταση ενός ετοιμοθάνατου Χριστιανισμού προέρχονται από την κληρονομιά εκείνων που ο Χριστιανισμός παραγκώνισε;” Τώρα, η απαισιοδοξία του Lévi-Strauss δεν ήταν σε καμία περίπτωση αναίτια. Δεν είναι μυστικό το ότι οι ουτοπίες της νεωτερικότητας διαψεύστηκαν από την ίδια την πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος στέκεται σε μεγάλο βαθμό απογοητευμένος από τον εαυτό του. Η ανάμνηση δύο παγκοσμίων πολέμων και της τραγωδίας του ολοκαυτώματος, οι φόβοι ενός πυρηνικού ολέθρου, η πείνα, το πολιτικό μίσος, οι κοινωνικές αδικίες, όλα αυτά εντείνουν την ανάγκη για εύρεση ενός μέσου λύτρωσης. Αν όμως η λύτρωση δεν μπορεί να έρθει από τον επίγειο ορίζοντα, τότε πρέπει να έρθει από ψηλά. Και δεν αναφερόμαστε στο Θεό αλλά στα μικρά πράσινα ανθρωπάκια. “Ο ιπτάμενος δίσκος αντιπροσωπεύει μία παιδική αλλά απόλυτα κατανοητή επιθυμία. Χωρίς να μπορεί να διαχειριστεί την κατάστασή του, ο άνθρωπος ελπίζει απεγνωσμένα για μία καλοπροαίρετη παρατήρηση και σε βοήθεια απ’ έξω. Τα πλάσματα από το διάστημα δεν θα επιτρέψουν στον άνθρωπο να εξολοθρεύσει τον εαυτό του… Πριν οι τρελαμένοι πολιτισμοί πατήσουν το κουμπί της πυρηνικής καταστροφής, κάποια γαλαξιακή μορφή θα βγει από το UFO της και θα μας κοιτάξει με έντονη, αλλά τελικά θεραπευτική μελαγχολία.” Ο Steiner ονομάζει το συγκεκριμένο φαινόμενο “παραλογισμό”, μαζί με το ζωδιακό κύκλο, οποιαδήποτε μορφή μυστικισμού (occult) και οποιασδήποτε μορφής υποταγή σε κάποιον γκουρού. Και όλα αντανακλούν –μαζί με τις απόψεις που εξετάσαμε μέχρι τώρα- το ίδιο πράγμα: την πείνα για το Απόλυτο που άφησε πίσω του ένας αναιμικός Χριστιανισμός. Η μόνη επιλογή που παραμένει βιώσιμη είναι αυτή της αναζήτησης της αλήθειας από την επιστήμη και τη φιλοσοφία. “Υπάρχει όμως μέλλον σε αυτή;”

Αν τα παραπάνω αποτυγχάνουν, τότε η λύση βρίσκεται στην επιστήμη και τη φιλοσοφία. Η αναζήτηση της αλήθειας μέσω αυτών απαιτούσε πάντα αποστασιοποίηση, σαν η αλήθεια να ήταν κάτι “εκεί έξω”, το οποίο για να προσεγγίσω οφείλω να αφοσιωθώ σε πρακτικές που με απομακρύνουν από το “εδώ και τώρα” και που μακροπρόθεσμα στρέφονται εναντίον μας. “Τα ανέκδοτα για εκκεντρικούς επιστήμονες που πέφτουν σε πηγάδια καθώς παρατηρούν τα αστέρια ή για τον Αρχιμήδη που είναι απορροφημένος από τη λύση ενός αφηρημένου αλγεβρικού προβλήματος ώστε να μην προσέξει ότι η πόλη έχει πέσει και ο ίδιος κινδυνεύει δείχνουν προς την αρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας και κάνουν μία πολύ σοβαρή δήλωση…την υπεροχή της αποστασιοποιημένης αναζήτησης του γεγονότος και της ανακάλυψης.” Αυτό που υποννοείται είναι ότι το μαθηματικό, το λογικό, ο χαρακτήρας προτάσεων που εμπεριέχουν “αλήθεια” αυξάνουν την ουδετερότητα, την έλλειψη προσωπικότητας. “Σαν η αλήθεια να βρίσκεται μακριά μας, σαν να μην μπορούμε να τη φτάσουμε, σαν να έχει μία δική της, αυτόνομη ύπαρξη”. Αυτή η έκρηξη της σκέψης που συνέβη κάποτε στην Ελλάδα, αυτή η αλλαγή στην πορεία του κόσμου δεν έχει απαραίτητα θετικές συνέπειες: “Για πρώτη φορά παρατηρούμε στο Δυτικό κόσμο μία δυσαρμονία μεταξύ της αλήθειας και της ανθρώπινης επιβίωσης, μεταξύ της ορθολογικής έρευνας και των αντιτιθέμενων ιδεωδών της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν είναι μόνο ότι η αλήθεια θα μας ελευθερώσει, αλλά ότι μπορεί επίσης να μας καταστρέψει”. Με άλλα λόγια, η αποστασιοποιημένη αναζήτηση μίας αλήθειας, στην οποία ο άνθρωπος είναι εθισμένος, στρέφει το βλέμμα μακριά από το επίγειο, καθημερινό πεδίο, με τρόπο όμως που τελικά οδηγεί τον άνθρωπο στο να στραφεί ενάντια σε αυτό. “Είμαστε ένα σκληρό σαρκοβόρο ον που έχει φτιαχτεί για να κινείται εμπρός”. Η ανακάλυψη των μυστηρίων του σύμπαντος μπορεί να προοδεύει, χωρίς όμως αυτό να περιλαμβάνει την οικονομική και κοινωνική πρόοδο “επάνω σε αυτή τη μικροσκοπική γη”. Και ο λόγος είναι ο ίδιος ο αποστασιοποιημένος χαρακτήρας της αναζήτησης, ο οποίος δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να παραμείνει προσγειωμένος στο έδαφος και να επιλύσει αυτά που πρωτίστως έχουν σημασία. “Η αλήθεια, πιστεύω, έχει μέλλον. Δεν είναι τόσο σίγουρο ότι το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο. Αλλά δεν μπορώ να μην έχω άποψη για το ποιο από τα δύο είναι σημαντικότερο”. Με αυτό το γρίφο είναι που κλείνει το βιβλίο, υποννοώντας φυσικά ότι ο άνθρωπος για τον Steiner είναι πιο σημαντικός από την οποιαδήποτε αναζήτηση αφηρημένης “αλήθειας”. Και ας μας επιτραπεί, παρά το ότι συμφωνούμε με μεγάλο μέρος των όσων γράφει ο Steiner, να κλείσουμε με δύο ερωτήσεις: α) Αν έχει δίκιο, μήπως η εύρεση του Απόλυτου που νοσταλγούμε δεν βρίσκεται αν κοιτάξουμε μπροστά, αλλά αν κοιτάξουμε προς τα “πίσω”, στη θεολογία που –δικαιολογημένα ή μη- εγκαταλείφθηκε; β) Υπάρχει άλλος τρόπος πέρα της Χριστιανικής κοσμοθεωρίας να συμφιλιώσουμε την αναζήτηση της αλήθειας –η οποία δεν είναι απαραίτητα “κάπου εκεί έξω”- με την αξία του ανθρώπου;

By | 2015-03-08T20:41:44+00:00 March 8th, 2015|ΒΙΒΛΙΟ|0 Comments

About the Author: