ΟΙ ΔΥΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Robert Gascoigne: “The Church and Secularity: Two Stories of Liberal Society”

Ποιος είναι ο ρόλος της εκκλησίας μέσα σε μία εκκοσμικευμένη κοινωνία; Η ερώτηση αυτή δεν αποτελεί ένα διανοητικό γρίφο και μόνο, αφού η ηθική της διάσταση αγγίζει πολλούς από εμάς σε καθημερινή βάση και προϋποθέτει γνώση τόσο της ταυτότητας της εκκλησίας και τις γραμμές που καθοδηγούν τη δράση της, όσο και αντίληψη του τι είναι πραγματικά αυτό που ονομάζουμε “εκκοσμικευμένη” και “φιλελεύθερη κοινωνία”. O Robert Gascoigne, Καθολικός Χριστιανός και καθηγητής Φιλοσοφίας και Θρησκείας στο Australian Catholic University προσφέρει μία ακόμη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ (Καθολικής) Εκκλησίας και φιλελεύθερης κοινωνίας, βασισμένος στην “Πολιτεία του Θεού” του Ιερού Αυγουστίνου και στα πρακτικά της Β’ Βατικανής Συνόδου, με όλες τις βιβλικές συνιστώσες που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα.

Αναπόφευκτα, το βιβλίο ξεκινά με μία κριτική της εκκοσμικευμένης κοινωνίας και συγκεκριμένα της έννοιας της ‘ελευθερίας’ που αυτή μεταχειρίζεται. Ο Gascoigne υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές ιστορίες περί ελευθερίας μέσα στο εκκοσμικευμένο σύστημα, οι οποίες είναι οι εξής:

Α) “Η πρώτη από αυτές τις ιστορίες αφορά την ατομική ελευθερία ως την πηγή της δημιουργικότητας και ποικιλομορφίας, σαν την εγγύηση του κριτικού λόγου, ο οποίος διαρκώς αναμορφώνει τους κοινωνικούς θεσμούς για χάρη του κοινού καλού. Αυτή η ιστορία διακηρύττει το δικαίωμα ακόμη και των πιο ‘ασήμαντων’ να ακούγονται στις συζητήσεις που αφορούν το πεπρωμένο τους.”

Β) “Η άλλη ιστορία αφορά την ελευθερία ως βολονταρισμό, ο οποίος καταστρέφει την ηθική και πολιτιστική ουσία της παράδοσης, αφήνοντας πίσω της το κενό της αυτοπραγμάτωσης. Πρόκειται για την ιστορία μίας κοινωνίας με εξαιρετικά ανεπτυγμένα μέσα επικοινωνίας, τα οποία όμως δεν διακινούν τίποτε άλλο από ανούσιες πληροφορίες και αισθησιασμό.”

Για τον Gascoigne η εκκλησία καλείται να ενθαρρύνει  την κοινωνία να πει την πρώτη ιστορία, αυτή της δημιουργικότητας και των δικαιωμάτων και όχι τη δεύτερη, η οποία επιπόλαια απορρίπτει την οποιασδήποτε μορφής παράδοση χωρίς να βλέπει σε αυτή έναν ‘συνομιλητή’ στον κοινωνικό διάλογο, παρά μόνο έναν αντίπαλο. “Η κατάργηση της παράδοσης ως καταπίεση και η διατήρησή της ως μία πηγή κοινωνικού διαλόγου χαρακτηρίζει τα καλύτερα γνωρίσματα της φιλελεύθερης κοινωνίας. Με αυτή την έννοια μία φιλελεύθερη κοινωνία χαρακτηρίζεται τόσο από αρνητική, όσο και θετική ελευθερία. Η αρνητική ελευθερία επιτρέπει στα άτομα να κάνουν επιλογές που αφορούν τη ζωή τους. Η θετική ελευθερία βασίζεται στην προθυμία να αποδεχτούμε ορισμένους περιορισμούς – ηθικούς γνώμονες, δεσμεύσεις προσωπικής και κοινοτικής πιστότητας- ώστε να επιτύχουμε αυτούς τους σκοπούς.” Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ως βάση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ως παράγοντας που ‘απαιτεί’ αναγνώριση μόλις το πρόσωπο κάνει την εμφάνισή του στο κοινωνικό σύνολο, χωρίς όμως να υπάρχει κάποια ερμηνεία, κάποιο θεμέλιο εκ μέρους της εκκοσμικευμένης κοινωνίας που να δικαιολογεί την ύπαρξη της αξιοπρέπειας, ως κάτι που χαρακτηρίζει κάθε άνθρωπο, άσχετα από προέλευση και κοινωνική στάθμη. Κι εκεί είναι που μπορεί να υπάρξει ένας χώρος για συζήτηση μεταξύ εκκλησίας και κοινωνίας, μεταξύ παράδοσης και φιλελευθερισμού.

Ο Gascoigne βλέπει σε αυτή την κατάσταση την εφαρμογή της κεντρικής ιδέας πίσω από την “Πολιτεία του Θεού” του Ιερού Αυγουστίνου: “Η Πολιτεία του Θεού δεν αποτελεί απόρριψη του ‘κοσμικού’, αλλά αντίθετα, ένα ισχυρό επιχείρημα για το ‘κοσμικό’ ως το γήινο πλαίσιο για την ύπαρξη της Εκκλησίας, καθώς αυτή περιμένει το ‘έσχατον’. Το ‘κοσμικό’ για τον Αυγουστίνο είναι το ‘ο παρών αιώνας’ (saeculum), στον οποίο όλα τα μέλη της ουράνιας και της επίγειας πόλης ζουν σε μία κατάσταση αλλελεπίδρασης, σε αυτή την παροδική ζωή”. Οι πόλεις αυτές δεν έχουν διακριτά όρια. Αυτό που διακρίνει τη μία από την άλλη είναι αυτό που η κάθε μία αγαπά: η πόλη του Θεού έχει ως αντικείμενο της αγάπης της το Θεό και τον πλησίον, η επίγεια πόλη αγαπά την εξουσία (libido dominandi). Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Αυγουστίνος αποδεχόταν τη δημόσια σφαίρα  ως χώρο διαλόγου, ως χώρο στον οποίο μέλη των δύο πόλεων βρίσκουν ένα πλαίσιο για κοινή δράση. Πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει χώρος για ηθική δράση –με τη Χάρη του Θεού- ακόμη και μέσα στους πολιτικούς θεσμούς. Οι θεσμοί εξάλλου είναι οι δίαυλοι δια των οποίων ο κάθε ένας θα αποκαλύψει το αντικείμενο της αγάπης του, άρα και την ταυτότητά του βάσει της πόλης στην οποία ανήκει.

Εφόσον λοιπόν υπάρχει ένας κοινός χώρος στον οποίο Χριστιανοί μπορούν να αλληλεπιδρούν με μη Χριστιανούς, κι εφόσον πρέπει να υπάρχει αναγνώριση του μη-εκκλησιαστικού χώρου ως χώρος στον οποίο ο Θεός επιθυμεί να υπάρχει τέτοια δραστηριότητα (μια και η τελική αποκατάσταση περιλαμβάνει την εκκλησία αλλά δεν περιορίζεται σε αυτή), είναι καθήκον της εκκλησίας να υπηρετήσει την κοινωνία χωρίς να απωλέσει την ταυτότητά της, κι έτσι είναι που θα συμβάλλει στην ενθάρρυνση της κοινωνίας να πει την καλύτερη ιστορία της, κάτι που θα γίνει αποτελεσματικό όμως μόνο εφόσον η ιστορία της εκκλησίας είναι θεμελιωμένη στο πρόσωπο του Χριστού. Για τον απλό λόγο ότι οι αξίες της εκκοσμικευμένης κοινωνίας πηγάζουν από μία Χριστιανική κοσμοθεωρία και μόνο εκεί είναι που βρίσκουν την εκπλήρωσή τους. Ελευθερία, δικαιοσύνη, ειρήνη, συμφιλίωση, ισότητα, αισιοδοξία για το μέλλον,  όλα αυτά βρίσκουν νόημα μόνο στην αφήγηση της Αγίας Γραφής, διαφορετικά παραμένουν αστήρικτες έννοιες που παρόλα αυτά ενέπνεαν και συνεχίζουν να εμπνέουν τον κόσμο. “Η θρησκευτική ταυτότητα εν Χριστώ είναι που δίνει στο Χριστιανό την ελπίδα που ενισχύει τη δέσμευση σε ηθικά ιδεώδη… Κι όμως η σχέση μεταξύ Εκκλησίας και Βασιλείας μας υπενθυμίζει ότι η Βασιλεία είναι πάντα μεγαλύτερη από την εκκλησία που μαρτυρεί για αυτή…. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της ηθικής δέσμευσης της Εκκλησίας προς τη Βασιλεία πρέπει να λάβει χώρα έξω από τους τοίχους της πρώτης…. Αναγνωρίζει έτσι ότι αν και η ελπίδα για τη Βασιλεία έχει τη βάση της στο Χριστό, οι αξίες της Βασιλείας μπορούν να είναι παρούσες σε θεσμούς και παραδόσεις που δεν έχουν εμφανή σχέση με την Εκκλησία.” Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μπορεί να λάβει χώρα σε διαφορετικά πλαίσια, και πολλές αξίες του Ευαγγελίου μπορεί να γίνουν αντιληπτές έξω από την Εκκλησία, να είναι αποδεκτές από μεγάλο μέρος του μη-Χριστιανικού κόσμου, πράγμα που θα επιτρέψει στην Εκκλησία να συμβάλλει στην υποστήριξη αυτών των ιδεωδών, ακόμη και σε ένα μη-Εκκλησιαστικό πλαίσιο, με την προϋπόθεση ότι δεν θα χάσει την ταυτότητά της στην πορεία. “Η Χριστιανική συνεισφορά στη δημόσια ζωή πρέπει να χαρακτηρίζεται από μία αίσθηση υπηρεσίας και από συνείδηση της Χριστιανικής ταυτότητας, από επιθυμία καθιέρωσης των κοινών ηθικών αληθειών που στηρίζουν την κοινωνία των δικαιωμάτων, καθώς και από πιστότητα στις επιμέρους αλήθειες του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού…Εφόσον η φιλελεύθερη κοινωνία είναι ένα ηθικό πρόγραμμα που ενσωματώνει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα, η Εκκλησία πρέπει να την ενθαρρύνει, αφού με αυτό τον τρόπο δίνει μαρτυρία για τη Βασιλεία, ακόμη κι αν ο τρόπος είναι ατελής. ”

Όσον αφορά την αλληλεγγύη μέσα στην ιστορία, η Εκκλησία μπορεί να βρει ένα χρήσιμο σύμμαχο μέσα στην ένταση που η ίδια βιώνει μεταξύ του τώρα, με όλες τις αποτυχίες και τη δυστυχία που αυτό περιλαμβάνει και του τέλους, της τελικής αποκατάστασης. Το τέλος σε μερικές περιπτώσεις οδήγησε την Εκκλησία σε αποστασιοποίηση από τα δεινά του παρόντος, πράγμα που δεν μπορούμε παρά να χαρακτηρίσουμε ως αποτυχία στην αποστολή της. Η ιστορία όμως μόνη της δεν μπορεί να προσφέρει ελπίδα, αλλά ούτε και να την καταπνίξει. Η ελπίδα για το τέλος σύμφωνα με τη βιβλικά αφήγηση καθιστά κάθε πράξη αλληλεγγύης ουσιαστική, και η εικόνα του Θεού στο συνάνθρωπο, ο Χριστός στο πρόσωπο του αγνώστου ‘πλησίον’ μας, είναι κίνητρο ώστε η Εκκλησία να εκπληρώσει το ρόλο της ως φορέας αλληλεγγύης. “Η ένταση μεταξύ της ελπίδας που ξεπερνά την ιστορία και της αγάπης που λαμβάνει χώρα μέσα στην ιστορία αποτελεί κρίσιμο χαρακτηριστικό της Χριστιανικής ζωής… Δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στη Βασιλεία εκτός αν αφοσιωθούμε στους άλλους και στον ιστορικό κόσμο που είναι το πεδίο της κοινής ζωής μας, με ειλικρίνεια και αλληλεγγύη.” Κι έτσι είναι που η Χριστιανική ελπίδα μπορεί να διαμορφώσει κοινωνίες, οι οποίες περιλαμβάνουν ανθρώπους διαφόρων θρησκευτικών και μη-θρησκευτικών καταβολών – όταν ανανεώνει την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, παρά τις αποτυχίες του παρόντος. Και μόνο με ελπίδα είναι που υπάρχει ενθάρρυνση για διαρκή αλληλεγγύη, ενθάρρυνση που τροφοδοτείται από παραδείγματα αυτοθυσίας και ειλικρινής αγάπης. Η ανθρώπινη δραστηριότητα που μπορεί να οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον αποτελούσε ανέκαθεν μία από τις αισιόδοξες πλευρές της εκκοσμικευμένης κοινωνίας, παρά τις αποτυχίες μέσα στην ιστορία. Αυτή η αισιοδοξία, το νόημα των ανθρώπινων πράξεων που δεν χάνεται μπροστά στην ενδεχομενικότητα, αποτελεί ακόμη έναν κοινό τόπο, στον οποίο η Εκκλησία μπορεί να συνδιαλεχθεί με τη φιλελεύθερη κοινωνία και να βρεθεί ως σύμμαχός της στον αγώνα για μία καλύτερη ζωή για όλους, κάπου στο μέλλον.

Το παρόν βιβλίο αποτελεί την προσπάθεια του Robert Gascoigne να βρει στην παρούσα κουλτούρα έναν κοινό χώρο δράσης μεταξύ φιλελεύθερης κοινωνίας και (Καθολικής) Εκκλησίας, αντλώντας από διάφορους θεολόγους και φιλοσόφους. Συχνά η αντίδραση του μέσου Χριστιανού προς τη φιλελεύθερη κοινωνία χαρακτηρίζεται από διστακτικότητα, αν όχι από εχθρότητα. Αν ο Gascoigne έχει δίκιο, τότε πρέπει στην εκκοσμικευμένη κοινωνία να δούμε ένα πεδίο στο οποίο καλούμαστε να εντοπίσουμε χώρους στους οποίους μπορούν και οι δύο πλευρές να εμπλακούν σε πολιτισμένη συζήτηση, όπου η εκκλησία θα μπορέσει να πραγματοποιήσει την αποστολή της, βλέποντας στο πρόσωπο του συνομιλητή της τον “απρόσωπο Χριστό”, υπηρετώντας με ανιδιοτέλεια και αυτοθυσία, αντλώντας τη δύναμή της από τις υποσχέσεις του Θεού για μία αποκατάσταση του κόσμου. Με αυτό τον τρόπο θα έχει διαδραματίσει το ρόλο της προς την εγκαθίδρυση της Βασιλείας, καθώς ανταποκρίθηκε στο καθήκον της απέναντι σε μία νοοτροπία που μπορεί να απορρίπτει τα μεταφυσικά θεμέλια των Χριστιανικών πιστεύω, διατηρεί όμως στοιχεία που μόνο στη Χριστιανική κοσμοθεωρία βρίσκουν τα θεμέλια και την εκπλήρωσή τους.

By | 2015-08-10T18:00:57+00:00 May 31st, 2015|ΒΙΒΛΙΟ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ|0 Comments

About the Author: