Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το όνομα των Iron Maiden είναι συνώνυμο του ρεύματος της σκληρής μουσικής που αναδύθηκε στα τέλη της δεκαετίας ’70 στην Αγγλία και που αποτελεί σημείο αμφιλεγόμενο όσον αφορά την καλλιτεχνική του στάθμη. Από τη στιγμή όμως που έγινε αποδεκτό από μεγάλη μερίδα των απανταχού μουσικόφιλων δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε ότι το μουσικό αυτό genre αποτελεί –μεταξύ άλλων- βαρόμετρο των ερωτημάτων που βαραίνουν το άτομο, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης εξάλλου, και ότι οφείλουμε να το λάβουμε υπόψη αν θέλουμε να αφουγκραστούμε με ειλικρίνεια τις τάσεις που επικρατούν στην κοινωνία. (Και ναι, οι Iron Maiden είναι πράγματι αυτοί που έγραψαν το διαβόητο “The Number of the Beast”, αλλά αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έγραψαν επίσης κομμάτια όπως τα επιβλητικά “The Sign of the Cross” και “For the Greater Good of God”!) Σε ένα από τα μελωδικότερα κομμάτια, λοιπόν, του ρεπερτορίου του εν λόγω συγκροτήματος, το “No Prayer for the Dying”, κάποιος μπορεί με έκπληξη να ανακαλύψει ότι απαντούν τα εξής θεμελιώδη και συγκλονιστικά υπαρξιακά ερωτήματα που λαμβάνουν χώρα με τη μορφή παρακλήσεων προς το Θεό: “Θεέ, δώσε μου την απάντηση στη ζωή μου, Θεέ, δώσε μου την απάντηση στα όνειρά μου, Θεέ, δώσε μου την απάντηση στις προσευχές μου, Θεέ, δώσε μου την απάντηση στην ύπαρξή  μου…” Δεν νομίζω ότι είναι υπερβολή το να παραδεχτούμε ότι είμαστε τόσο εξοικειωμένοι με τα άνωθι ερωτήματα που μερικές φορές φαντάζουν τετριμμένα. Παρόλα αυτά, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι αποτελούν διαχρονικές αναζητήσεις του ανθρώπου, οι απαντήσεις των οποίων χρωματίζονται κάθε φορά από τη φιλοσοφική/θεολογική οπτική γωνία μέσα από την οποία παρατηρούμε τον κόσμο και ερμηνεύουμε τη ζωή γενικότερα.  Με άλλα λόγια, η ερώτηση καθορίζει την απάντηση αλλάταυτόχρονα η διατύπωση της ερώτησης καθορίζεται από την απάντηση που υποσυνείδητα περιμένουμε να λάβουμε, ανάλογα με το τι έχουμε a priori αποδεχτεί ότι υπάρχει εκεί έξω. Το ζήτημα μπορεί να είναι απλό αλλά σε καμία περίπτωση απλοϊκό. Για να λάβουμε τις σωστές απαντήσεις πρέπει να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

Επιστρέφοντας στους στίχους των Maiden, μια προσεκτική παρατήρηση των υπαρξιακών ερωτημάτων που θέτουν μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτά είναι ιδιαίτερα ασαφή. Έστω, λοιπόν, ότι αυτό που εννοεί το πρώτο και το τελευταίο ερώτημα είναι ποιο είναι το νόημα της ζωής μου, γιατί υπάρχω, με μία τελεολογική έννοια.  Ομοίως, έστω ότι τα δύο επόμενα ερωτήματα εκφράζουν την αναζήτηση της ευτυχίας, της ικανοποίησης των θεμελιωδών αναγκών μας, και έστω ότι υπάρχει ένας κοινός ορισμός περί του τι συνιστά την ευτυχία και το καλό μέσα στη ζωή. Ο σκοπός της ζωής μας (άρα και του θανάτου μας), η ευτυχία, η ταυτότητα, η αξία, όλα αυτά αποτελούν συνιστώσες της ευρύτερης και βαθύτερης έννοιας της ύπαρξης, όπως αυτή εκδηλώνεται με μοναδικό τρόπο στο έλλογο ον που καλείται άνθρωπος και που αποτέλεσε μείζον αντικείμενο φιλοσοφικής διερεύνησης κατά τον 19ο και 20ο αιώνα. Δεν υφίσταται όμως έρευνα ή συμπέρασμα χωρίς την ύπαρξη κάποιου αξιώματος, κάποιας θεμελιακής αλήθειας, βάσει της οποίας θα προχωρήσουμε προς την εύρεση των απαντήσεων εξασκώντας τη λογική μας. Είναι αξιοσημείωτο το πόσο εύκολα μάς κάνει –γι’ ακόμη μία φορά- τα πράγματα ο Θεός, προσφέροντάς μας μέσα στην Αγία Γραφή, σε μία και μόνο φράση, ένα στοιχείο, το οποίο αυτόματα “ξεκλειδώνει” τη διανόησή μας, ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε στις βασικές υπαρξιακές μας αναζητήσεις, εφόσον το αποδεχτούμε σαν το θεμέλιο εκείνο επάνω στο οποίο θα “χτίσουμε” τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις μας.  Στο βιβλίο της Εξόδου, στο κεφάλαιο 3 και το εδάφιο 14 διαβάζουμε ότι ο Θεός αποκαλύφθηκε και χαρακτήρισε τον εαυτό Του ως “Ο Ων”, μία φράση που είναι τόσο γνωστή ώστε να θεωρείται δεδομένη, και τη φιλοσοφική σημασία της οποίας, δυστυχώς, φαίνεται να μην αντιλαμβανόμαστε. Όχι συχνά τουλάχιστον. Ο Ιερός Αυγουστίνος, ο μεγάλος αυτός διανοητής και θεολόγος με τον οποίο ξεκινά η περίοδος εκείνη που είναι γνωστή ως Μεσαιωνική Φιλοσοφία, φαίνεται να αντιλήφθηκε τη σημασία του χαρακτηρισμού που έδωσε ο Θεός στον εαυτό Του και στήριξε επάνω σε αυτόν το οντολογικό του επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι ο Θεός είναι το ον par excellence, το ον εκείνο η ύπαρξη του οποίου ορίζει και καθορίζει την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου πράγματος ή ζώντος πλάσματος. Δεν θεωρούμε παράλογο το να εφαρμόσουμε την αντίληψη αυτή του Αυγουστίνου στην πεπερασμένη και ταλαιπωρημένη ανθρώπινη ύπαρξη και να υποστηρίξουμε ότι ίσως η απάντηση στις υπαρξιακές ερωτήσεις μας δεν είναι άλλη από τη μία και μοναδική εκείνη Ύπαρξη που νοηματοδοτεί οποιαδήποτε άλλη μορφή ύπαρξης. Με αυτό τον τρόπο είναι σαν ο Θεός να παρακάμπτει τις επιμέρους ερωτήσεις που αφορούν στα όνειρα, τις επιθυμίες, τη ζωή, τις προσδοκίες μας κτλ. και με μία και μόνη απάντηση να επιλύει αυτόματα όλα τα υπαρξιακά μας προβλήματα:“Θέλεις να προσδιορίσεις την ύπαρξή σου; Ενώσου μαζί Μου! Μακριά από Εμένα δεν υπάρχει απάντηση που να βγάζει νόημα στις ερωτήσεις που Μού θέτεις. Η απάντηση στην ύπαρξή σου είμαι Εγώ!”

Του Γιώργου Καλαντζή