ΤΙ ΦΟΡΕΣΕ ΣΗΜΕΡΑ Ο ΓΙΑΝΗΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ;

“….σπάνια είμαστε ευγνώμονες για την προτασιακή αποκάλυψη σε λεκτικά διατυπωμένη μορφή που έχουμε στην Αγία Γραφή”. Αυτό είναι ένα από τα παράπονα που εκφράζει ο Francis Schaeffer (“He Is There and He Is Not Silent”) σχετικά με το σύγχρονο Χριστιανικό κόσμο, άσχετα με το αν έγραψε πριν 30 χρόνια, ίσως και περισσότερο. Μερικά “παράπονα” σαν και αυτό φαντάζουν σήμερα –παραδόξως- ιδιαίτερα επίκαιρα. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν περιορίζονται στην εποχή μας ή την εποχή στην οποία πρωτο-διατυπώθηκαν, αφού η ιστορία –πέρα από το ότι κάνει κύκλους- αποδεικνύει ξανά και ξανά ότι η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία δεν αλλάζει. Τώρα, μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί, “τι σχέση έχει η παρατήρηση του Schaeffer με το Γιάνη Βαρουφάκη;” Με μια πρώτη ματιά, πράγματι, καμία. Από μία άλλη οπτική γωνία όμως η σχέση φαίνεται να είναι στενή και ιδιαίτερη. Τα πάντα συνδέονται μεταξύ τους αν και σε μερικές περιπτώσεις χρειάζεται λίγο “σκάψιμο” μέχρι να ανακαλύψουμε το πώς.
Η εικόνα του Γιάνη Βαρουφάκη που μας βομβαρδίζει μέσα από τα media φωνάζει “ρήξη”. Η απόρριψη του καθιερωμένου ενδυματολογικού και κινησιολογικού κώδικα του πολιτικού κόσμου, οι ευθείες δηλώσεις περί διεφθαρμένων συστημάτων, ακόμη και η αισθητικής φύσεως αντίδραση στο όνομά του και η αλλαγή από “Γιάννης” σε “Γιάνης” είναι ενδεικτικά του ανθρώπου-σύμβολο ενός πολιτικού χώρου που επιδιώκει την πολυεπίπεδη αλλαγή και ρήξη σε παραδοσιακές/καθιερωμένες δομές (χωρίς βέβαια αυτά τα δύο να ταυτίζονται απαραίτητα) και που ενσαρκώνει (ίσως) την ελπίδα ενός καταπονημένου και απογοητευμένου λαού και τη χαρά του φιλελεύθερου-υποκειμενιστή (subjectivist)-προοδευτικού που επιθυμεί να δει τις ατομικές πρωτοβουλίες και την ανθρώπινη αυτονομία να υψώνονται επάνω από την παράδοση και το “καθιερωμένο”. Το “μία εικόνα ίσον χίλιες λέξεις” βρίσκει στα πλάνα που απεικονίζουν το δημοφιλή πολιτικό μία άψογη εφαρμογή. Είναι, συνεπώς, απόλυτα αναμενόμενο οι τηλεοπτικές αναφορές στον κο Βαρουφάκη να έχουν τη συχνότητα που έχουν, με σχόλια και περιεχόμενο που δεν περιορίζονται απαραίτητα στην πολιτική τακτική του, αφού μας έχει επανειλημμένα απασχολήσει από το τι έχει φορέσει, με τι τρόπο περπατά έως το ποιες δημοσιογράφοι εκδήλωσαν ενδιαφέρον προς το πρόσωπό του (με σαφείς νύξεις ότι το ενδιαφέρον δεν ήταν απλά “δημοσιογραφικό” – το ενδεχόμενο βέβαια οι υπαινιγμοί να ήταν απλά στα πλαίσια ενός δημοσιογραφικού “παιχνιδιού”, που ήταν, δεν θα έπρεπε να μας ανησυχεί λιγότερο). Κάθε τι από τα παραπάνω χρήζει διερεύνησης και σχολιασμού. Αλλά προς το παρόν θα μας απασχολήσει αυτό μέσα από το οποίο γνωρίσαμε τον κο Βαρουφάκη, δηλαδή η εικόνα του. Και είναι, πράγματι, η κορυφή του παγόβουνου, αφού πίσω από την εικόνα και το μέσο δια των οποίων αυτή γίνεται μέρος της πραγματικότητάς μας, υπάρχει ένα ολόκληρο πλαίσιο που για πολλούς στρέφεται ενάντια στην καρδιά της ανθρωπινότητάς μας. Διότι η συχνότητα με την οποία εισβάλλει ο κος Βαρουφάκης στα σπίτια μας (όπως και πολλοί άλλοι) είναι ένα φαινόμενο μίας κουλτούρας που έχει χτιστεί επάνω στην εικόνα, παραγκωνίζοντας απότομα και βίαια έναν πολιτισμό που στηρίχθηκε για αιώνες στο γραπτό λόγο. Και αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας περάσει απαρατήρητο.
Δεν νομίζω ότι υπάρχει αντίρρηση στον ισχυρισμό ότι τα μέσα μετάδοσης πληροφορίας μέσα στα τελευταία 100 χρόνια έχουν αλλάξει. Ο γραπτός λόγος και το μέσο διάδοσής του (ο τύπος) έδωσαν τη θέση τους στον τηλέγραφο, στη συνέχεια στην τηλεόραση και πλέον στο internet και τις επιμέρους διαύλους της πληροφορίας που αυτό παρέχει (facebook, instagram κτλ) Η επιδερμική μας σκέψη απαιτεί αυτή η μετάβαση να ονομαστεί αφελώς “πρόοδος”, “εξέλιξη” κ.α., αγνοώντας το προφανές, ότι δηλαδή η ανακάλυψη ενός μέσου μερικές φορές στερεί περισσότερα από όσα προσφέρει. Και η σύγχρονη ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα που επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό. Πίσω από τους ευφημισμούς (“πρόοδος” κτλ) που διαμορφώνουν την κρίση μας σχετικά με τα μέσα μετάδοσης πληροφορίας κρύβεται ένας άλλος ισχυρισμός, κατά τον οποίο το οποιοδήποτε μέσο είναι ουδέτερο, δηλαδή δεν καθορίζει, αντίθετα καθορίζεται, δεν προγραμματίζει, αντίθετα προγραμματίζεται. Είναι στο χέρι του ανθρώπου ή της κοινωνίας να ορίσει το πώς θα χρησιμοποιηθεί ένα μέσο, συνεπώς, οποιαδήποτε λανθασμένη χρήση οφείλεται αποκλειστικά στην κρίση της κοινωνίας που το μεταχειρίζεται και όχι στο ίδιο. Κι έτσι το μέσο απενοχοποιείται. Δε φαίνεται να συμφωνούν όλοι με αυτή την τοποθέτηση όμως. Για δύο λόγους: α) το είδος της πληροφορίας που θα μεταδοθεί εξαρτάται (και περιορίζεται) αναπόφευκτα από το μέσο που θα χρησιμοποιήσει κανείς για να τη μεταδώσει και β) το μέσο αποτελεί τον τρόπο αναπαράστασης της πραγματικότητας που χρησιμοποιεί μία κοινωνία, το οποίο με τη σειρά του μεταμορφώνει την κοινωνία. Με άλλα λόγια, η αντίληψή μου όσον αφορά το ποιος είναι ο κόσμος και επάνω σε ποιες βάσεις λειτουργεί έχει άμεση σχέση με το μέσο που θα χρησιμοποιήσω για να μεταδώσω πληροφορία μέσα στο πολιτιστικό μου πλαίσιο. Ο Neil Postman (“Amusing Ourselves to Death”) για παράδειγμα γράφει: “Ενώ δε γνωρίζω ποιο το περιεχόμενο των σημάτων καπνού στους Ινδιάνους της Αμερικής, μπορώ με ασφάλεια να υποθέσω ότι δεν περιελάμβαναν φιλοσοφικά επιχειρήματα. Ο καπνός είναι ανεπαρκώς περίπλοκος για να εκφράσει ιδέες όσον αφορά τη φύση της ύπαρξης, κι ακόμη κι αν δεν ήταν, ένας Cherokee φιλόσοφος θα έμενε νωρίς από ξύλο ή κουβέρτες πριν φτάσει στο δεύτερο αξίωμά του. Δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις καπνό για να κάνεις φιλοσοφία. Η μορφή του αποκλείει το περιεχόμενο. […] Κάθε μέσο, όπως η ίδια η γλώσσα, επιτρέπει μία μοναδική μορφή διαλόγου παρέχοντας έναν καινούριο προσανατολισμό στη σκέψη, στην έκφραση, στη λογική […] Είτε βιώνουμε τον κόσμο μέσα από το φακό του προφορικού λόγου, του γραπτού λόγου ή της τηλεοπτικής κάμερας, ο συμβολισμός του μέσου ταξινομεί τον κόσμο για εμάς, τον οριοθετεί, τον μεγεθύνει ή τον μικραίνει, τον χρωματίζει, με άλλα λόγια κάνει έναν ισχυρισμό για το πώς αυτός είναι […] Σε κάθε εργαλείο που χρησιμοποιούμε είναι ενσωματωμένη μία ιδέα που ξεπερνά τη χρήση του ίδιου του εργαλείου”.
Η κουλτούρα της εικόνας αναγκαστικά έρχεται σε αντιπαράθεση με αυτές της προφορικής και γραπτής παράδοσης ώστε να εκτιμήσουμε τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα αυτής. Ο Arthur Hunt (“The Vanishing Word, The Veneration of Visual Imagery in the Postmodern World”) σχολιάζει: “Οι προφορικοί πολιτισμοί σκέφτονται μονοδιάστατα και υποκειμενικά, έχουν περιορισμένο λεξιλόγιο, βασίζονται κυρίως στη μνήμη και εστιάζουν στο εδώ και το τώρα. Οι πολιτισμοί που βασίζονται στο γραπτό λόγο σκέφτονται αφαιρετικά και αντικειμενικά, έχουν διευρυμένο λεξιλόγιο, επεξεργάζονται τις πληροφορίες με αντικειμενικό και αναλυτικό τρόπο και είναι ικανοί να μαθαίνουν από το παρελθόν τους.” Η αληθής απεικόνιση της πραγματικότητας –η αναζήτηση της “αλήθειας”- με τρόπο καταληπτό και εσωτερικά συνεπή απαιτεί την ύπαρξη προτασιακής δομής και την πειθαρχία που απαιτεί η αφαιρετική σκέψη. Αυτά είναι τα κατεξοχήν χαρακτηριστικά του γραπτού λόγου. Αντίθετα, η “εικόνα” καθώς εισβάλλει με τη συχνότητα και τη συντομία στον κόσμο των media, μας παρουσιάζει ένα θρυμματισμένο “εδώ και τώρα”. Ο λόγος είναι ότι η ίδια η δομή των media απαιτεί την ταχύτατη μετάδοση πληροφορίας, η οποία χαρακτηρίζεται από εσωτερική ασυνέχεια: πολλές πληροφορίες, πολλές διαφορετικές εικόνες χωρίς άμεση σχέση και σύνδεση μεταξύ τους (ας σκεφτούμε σε ένα δελτίο ειδήσεων το πόσο συχνά θα ακουστεί η φράση “ας πάμε τώρα στο….” κατά την αλλαγή θεματολογίας). Το αποτέλεσμα είναι η πραγματικότητα που μας παρουσιάζεται με αυτό τον τρόπο να είναι η ίδια θρυμματισμένη σε κομμάτια που δεν συνδέονται μεταξύ τους. Κι αν ο Postman είχε δίκιο, τα ίδια χαρακτηριστικά έχει και η κοσμοθεωρία μας. Πράγμα που οδηγεί αναπόφευκτα στην παραίτηση από την αναζήτηση μίας μετα-αφήγησης που να δίνει νόημα στον κόσμο και στην υποδούλωση στην σύντομη συναισθηματική φόρτιση που παρέχει η εικόνα (διότι αυτός είναι ο σκοπός της) και στην παραίτηση από τη γραμμική λογική που ίσως με ωθήσει στο να κατασκευάσω ένα σαφές και συνεπές κοσμοείδωλο. Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική συνέπεια της κυριαρχίας της εικόνας. Αν αναλογιστούμε το ότι ο άνθρωπος προβάλλει την εικόνα αυτού που θεωρεί σημαντικότερο, τότε φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι πλέον ο σημαντικότερος παράγοντας για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος αυτάρεσκα παρατηρεί τον εαυτό του ως πρότυπο, γεγονός που “παγιδεύει” την ύπαρξη στο εδώ και τώρα, στο “καθ’ έκαστον” (particular) όπως θα έλεγε και ο Schaeffer, αποκόπτοντάς την από το “καθ’όλου” (universal) που βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου και που μπορεί και πρέπει να οριοθετήσει και να οργανώσει το καθ’έκαστον. Ο Arthur Hunt χρησιμοποεί το παράδειγμα της “αίθουσας με τους καθρέφτες” για να περιγράψει την υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου, καθώς αυτός βρίσκεται παγιδευμένος μέσα στην αντανάκλαση του εαυτού του, παγιδευμένος στην λατρεία της εικόνας του, αποκομμένος από οποιαδήποτε αντικειμενική αξιακή και ηθική δομή. Κι έτσι είναι που ο πολιτισμός της εικόνας επιφέρει όχι μόνο απομάκρυνση από την έννοια της “αλήθειας”, αλλά επίσης από την έννοια της αντικειμενικής ηθικής. Ένας πολιτισμός που παρατηρεί τον εαυτό του δεν μπορεί πλέον να αντιληφθεί το αντικειμενικά σωστό και κινδυνεύει να βυθιστεί στο χάος της ανηθικότητας.
Παραδοσιακά, η Χριστιανική αφήγηση θέλει την Πόλη του Θεού να βρίσκεται σε ένταση με την Πόλη των Ανθρώπων, την Ιερουσαλήμ να εναντιώνεται στη Βαβυλώνα. Όποια κι αν είναι τα χαρακτηριστικά και οι διαφορές αυτών των πόλεων όμως, διακρίνονται από κάτι ακόμη: Η πόλη του Θεού είναι πόλη του γραπτού λόγου, ενώ η πόλη των ανθρώπων είναι πόλη της εικόνας. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την παραλαβή του δεκαλόγου, γραμμένο από το χέρι του ίδιου του Θεού, ο Μωϋσής συνάντησε ένα λαό που λάτρευε ένα ομοίωμα, μία εικόνα. Από αρκετά νωρίς στην αφήγηση της Γραφής ο γραπτός λόγος μάχεται ενάντια στην απεικόνιση. Και είδαμε το γιατί: σε έναν πολιτισμό χωρίς γραπτό λόγο, δεν υπάρχει η αφαιρετική σκέψη που μπορεί να συλλάβει το θείο και που μπορεί να μεταμορφώσει την πραγματικότητα σε κάτι παραπάνω από αισθητηριακά δεδομένα. Δεν υπάρχει αυτό που, όπως έγραψε ο Jacques Ellul (“The Humiliation of the Word”), μπορεί μας επιτρέψει να δούμε κάποιον ως πρόσωπο και όχι ως αντικείμενο, μια απομακρυσμένη εικόνα με την οποία δεν μπορούμε να σχετιστούμε με ουσιαστικό τρόπο. Δεν είναι παράδοξο το ότι πλέον η αναφορά στο Θεό αντιμετωπίζεται σαν κάτι τόσο εξωπραγματικό. Ας έχουμε κατά νου ότι η πραγματικότητα της κουλτούρας που βασίζεται στην εικόνα δεν έχει θέση για το Θεό, επειδή τα ίδια τα μέσα που μεταχειρίζεται τη διαμόρφωσαν κατ’ αυτό τον τρόπο. Κι εδώ είναι που θυμόμαστε το παράπονο του Schaeffer, καθώς το χαμόγελο του Γιάνη Βαρουφάκη φαίνεται ξαφνικά ακόμη πιο ειρωνικό.

Του Γιώργου Καλαντζή

By | 2015-02-20T20:54:08+00:00 February 9th, 2015|ΚΟΙΝΩΝΙΑ|0 Comments

About the Author: