ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟΥ

C.S. Lewis: “Το Δηλητήριο του Υποκειμενισμού” (The Poison of Subjectivism)

 

Η απληστία και η υπερηφάνεια των ανθρώπων αποτελούν πάντα αίτιο θλίψης και εξαχρείωσης, αλλά σε μερικές ιστορικές περιόδους αυτή η κατάσταση εντείνεται από την παροδική κυριαρχία κάποιας ψευδούς φιλοσοφίας. Η σωστή σκέψη δεν θα κάνει τους κακούς ανθρώπους καλούς. Αλλά ένα καθαρά θεωρητικό σφάλμα μπορεί να παραμερίσει τους απλούς, συνηθισμένους περιορισμούς του κακού και να στερήσει από τις καλές προθέσεις τα φυσικά τους θεμέλια. Ένα από αυτά τα σφάλματα είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο αυτή τη στιγμή. Δεν αναφέρομαι στις φιλοσοφίες ισχύος των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αλλά σε κάτι που φτάνει πιο βαθιά και εξαπλώνεται ακόμη περισσότερο και το οποίο, πράγματι, έχει χαρίσει σε αυτές τις φιλοσοφίες ισχύος τη χρυσή τους ευκαιρία. Αναφέρομαι στον υποκειμενισμό (subjectivism).

Αφού μελέτησε το περιβάλλον του, ο άνθρωπος ξεκίνησε να μελετά τον εαυτό του. Μέχρι εκείνο το σημείο είχε αποδεχτεί την ύπαρξη του λόγου και μέσα από αυτόν παρατηρούσε πλέον όλα τα υπόλοιπα. Τώρα το αντικείμενο είναι ο ίδιος ο λόγος: είναι σαν να βγάλαμε τα μάτια μας για να τα κοιτάξουμε. Με αυτό τον τρόπο, ο ίδιος του ο λόγος φαίνεται σαν να είναι το επιφαινόμενο που συνοδεύει χημικά η ηλεκτρικά γεγονότα σε ένα φλοιό, ο οποίος είναι ο ίδιος το προϊόν μία τυφλής εξελικτικής διαδικασίας. Η ίδια του η λογική, από εδώ και στο εξής ο βασιλιάς στον οποίο πρέπει να υπακούουν τα γεγονότα κάθε πιθανού κόσμου, καθίσταται υποκειμενική. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι μπορεί να μας προσφέρει αλήθεια.

Όσο αυτή η εκθρόνιση αναφέρεται αποκλειστικά στον θεωρητικό λόγο, δεν μπορεί να είναι ολοκληρωτική. Ο επιστήμονας πρέπει να θεωρήσει δεδομένη την αποτελεσματικότητα και ακρίβεια της λογικής του (με τον τρόπο που το έκαναν κάποτε ο Πλάτωνας και ο Σπινόζα) ακόμη και για να αποδείξει ότι είναι υποκειμενική, κι έτσι, το μόνο που κάνει είναι να φλερτάρει με τον υποκειμενισμό. Είναι αλήθεια ότι αυτό το φλερτ μερικές φορές φτάνει πολύ μακριά. Υπάρχουν σύγχρονοι επιστήμονες, μου λένε, που έχουν απορρίψει τις λέξεις ‘αλήθεια’ και ‘πραγματικότητα’ από το λεξιλόγιό τους και που υποστηρίζουν ότι ο σκοπός της δουλειάς τους δεν είναι να γνωρίζουν τι υπάρχει, αλλά να έχουν μόνο πρακτικά αποτελέσματα. Αυτό, αναμφισβήτητα, είναι ένα κακό σύμπτωμα. Αλλά, κυρίως, ο υποκειμενισμός είναι ένας τόσο κακός συνεργάτης στην έρευνα, που τελικά ο κίνδυνος αποφεύγεται.

Όταν όμως στρεφόμαστε στον πρακτικό λόγο, τα καταστροφικά αποτελέσματα είναι πλήρως ενεργά. Με τον όρο ‘πρακτικός λόγος’ αναφέρομαι στην κρίση περί καλού και κακού. Αν σας εκπλήσσει το ότι χρησιμοποιώ το ‘λόγο’ για να αναφερθώ στο καλό και το κακό, αφήστε με να σας υπενθυμίσω ότι η ίδια σας η έκπληξη είναι ένα από τα αποτελέσματα του υποκειμενισμού που αναλύω. Μέχρι τη σύγχρονη εποχή κανείς στοχαστής πρώτης τάξης δεν αμφέβαλε για το ότι οι κρίσεις μας περί αξίας ήταν λογικές κρίσεις ή ότι όσα ανακάλυπταν ήταν αντικειμενικά υπαρκτά. Θεωρήθηκε δεδομένο ότι κατά τον πειρασμό, το πάθος δεν αντιτίθετο σε κάποιο συναίσθημα, αλλά στο λόγο. Έτσι σκεφτόταν ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, οι Hooker, Butler και Dr. Johnson. Η σύχρονη άποψη είναι πολύ διαφορετική. Δεν δέχεται καν ότι οι αξιακές κρίσεις συνιστούν κρίσεις. Είναι συναισθήματα ή συμπλέγματα ή στάσεις, τα οποία ξεπηδούν σε μία κοινότητα κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος και των παραδόσεων και που διαφέρουν από κοινότητα σε κοινότητα. Το να λέμε ότι κάτι είναι καλό σημαίνει ότι εκφράζουμε ένα συναίσθημα. Και το συναίσθημα αυτό είναι κάτι που η κοινωνία καθόρισε.

Αλλά αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε η κοινωνία θα μπορούσε να μας έχει προκαθορίσει ώστε να νιώσουμε διαφορετικά. ‘Ίσως’, σκέφτεται ο αναμορφωτής ή ο εκπαιδευτικός, ‘θα ήταν καλύτερα αν όντως ήμαστε προκαθορισμένοι. Ας βελτιώσουμε λοιπόν την ηθική μας’. Από αυτή τη φαινομενικά αθώα ιδέα ξεπηδά η ασθένεια που θα θέσει τέλος στην ύπαρξη του είδους μας (και κατά τη γνώμη μου θα καταδικάσει τις ψυχές μας) αν δεν ξεριζωθεί: η θανατηφόρα δεισιδαιμονία ότι οι άνθρωποι μπορούν να δημιουργήσουν αξίες, ότι μία κοινότητα μπορεί να επιλέξει την ‘ιδεολογία’ της όπως ακριβώς οι άνθρωποι επιλέγουν τι θα φορέσουν. Όλοι οργίζονται όταν ακούν τους Γερμανούς να ορίζουν τη δικαιοσύνη ως αυτό που συμφέρει το 3ο Ράιχ. Αλλά δε θυμόμαστε πάντα ότι η οργή αυτή είναι εντελώς αβάσιμη αν θεωρήσουμε την ηθική σαν ένα υποκειμενικό συναίσθημα, το οποίο μπορούμε να αλλάξουμε κατά βούληση. Αν δεν υπάρχει κάποιο αντικειμενικό κριτήριο καλού, κάτι που ξεπερνά τους Γερμανούς, του Ιάπωνες και τους εαυτούς μας, άσχετα με το αν υπακούουμε σε αυτό ή όχι, τότε οι Γερμανοί είναι ελέυθεροι να δημιουργήσουν την ιδεολογία τους όπως ακριβώς κι εμείς τη δική μας. Αν το ‘καλό’ και το ‘καλύτερο’ είναι όροι που αντλούν το νόημά τους από την ιδεολογία κάθε λαού, τότε φυσικά οι ίδιες οι ιδεολογίες δεν μπορούν να είναι καλύτερες ή χειρότερες σε σχέση η μία με την άλλη. Αν το μέτρο δεν είναι ανεξάρτητο από τα πράγματα που μετρά, τότε δεν μπορούμε να μετρήσουμε τίποτα. Για τον ίδιο λόγο είναι ανόητο να συγκρίνουμε τις ηθικές ιδέες μίας εποχής με εκείνες μίας άλλης: η πρόοδος και ο εκφυλισμός είναι λέξεις στερούμενες νοήματος.

Κι αυτό είναι τόσο προφανές που ισοδυναμεί με ταυτολογία. Αλλά το πόσο λίγο το κατανοούμε φαίνεται από τις διαδικασίες του ηθικού αναμορφωτή, ο οποίος, αφού εξηγεί ότι ‘καλό’ σημαίνει ‘αυτό που είμαστε προκαθορισμένοι να μας αρέσει’, συνεχίζει χαρωπά και αναλογίζεται αν θα ήταν ‘καλύτερο’ το να είμαστε προκαθορισμένοι να μας αρέσει κάτι άλλο. Τι στο καλό εννοεί όταν λέει ‘καλύτερο’;

Αυτό που συνήθως έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του είναι η ιδέα ότι αν παραμερίσει τις παραδοσιακές αξιακές κρίσεις θα ανακαλύψει κάτι άλλο, κάτι πιο ‘πραγματικό’ ή ‘στέρεο’ επάνω στο οποίο θα βασίσει το νέο αξιακό σύστημα. Θα πει, για παράδειγμα ‘πρέπει να εγκαταλείψουμε τα παράλογα ταμπού και να βασίσουμε τις αξίες μας στο καλό της κοινότητας’ – λες και το αξίωμα ‘πρέπει να εξασφαλίσεις το καλό της κοινότητας’ είναι παραλλαγή (με περισσότερες συλλαβές βέβαια) του γνώμονα ‘κάνε αυτό που θέλεις να σου κάνουν’, το οποίο δεν έχει άλλο θεμέλιο από την παγκόσμια αξιακή κρίση που ισχυρίζεται ότι απορρίπτει. Ή θα επιχειρήσει να θεμελιώσει τις αξίες στη βιολογία και θα μας πει ότι πρέπει να πράξουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για τη διατήρηση του είδους μας. Προφανώς δεν περιμένει την ερώτηση ‘Και γιατί πρέπει να διατηρηθεί το είδος μας;’ Θεωρεί δεδομένο ότι το είδος πρέπει να διατηρηθεί, επειδή απλά ο ίδιος στηρίζεται σε παραδοσιακές αξιακές κρίσεις. Αν ξεκινούσε, όπως ισχυρίζεται, από το μηδέν, ποτέ δεν θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε αυτό το αξίωμα. Μερικές φορές προσπαθεί να το καταφέρει καταφεύγοντας στο ‘ένστικτο’. ‘Έχουμε το ένστικτο της διατήρησης του είδους μας’ μπορεί να πει. Αλλά είναι όντως έτσι; Και αν το έχουμε πράγματι, ποιος μας είπε ότι πρέπει να υπακούμε στα ένστικτά μας; Και γιατί πρέπει να υπακούσουμε σε αυτό το ένστικτο τη στιγμή που άλλα τόσα αντιτίθενται στη διατήρηση του είδους; Ο αναμορφωτής γνωρίζει ότι κάποια ένστικτα πρέπει να τα υπακούμε περισσότερο από άλλα επειδή αξιολογεί τα ένστικτα βάσει ενός προτύπου, και το πρότυπο είναι, γι’ ακόμη μία φορά, η παραδοσιακή ηθική την οποία ισχυρίζεται ότι έχει ξεπεράσει. Τα ίδια τα ένστικτα δεν μπορούν να μας προσφέρουν τη βάση για να τα ταξινομήσουμε ιεραρχικά. Αν δεν φέρουμε από κάπου αλλού τη γνώση της σχετικής τους αξίας καθώς τα μελετούμε, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να την αντλήσουμε από τα ίδια.

Η προσπάθεια να μετατραπούν οι παραδοσιακές αξίες σε κάτι υποκειμενικό και να αντικατασταθούν από ένα νέο αξιακό σύστημα είναι λάθος. Είναι σαν να προσπαθούμε να σηκώσουμε τον εαυτό μας στον αέρα τραβώντας το γιακά μας. Ας γράψουμε με ανεξίτηλο μελάνι στο νου μας δύο προτάσεις:

  • Το ανθρώπινο μυαλό δεν έχει τη δύναμη να επινοήσει μία κανούρια αξία, όπως ακριβώς δεν μπορεί να τοποθετήσει δεύτερο ήλιο στον ουρανό ή ένα νέο χρώμα στο φάσμα.
  • Κάθε προσπάθεια για κάτι τέτοιο συνίσταται στην αυθαίρετη επιλογή ενός γνώμονα από την παραδοσιακή ηθική, στην απομόνωσή του από τους υπόλοιπους, και στην εξύψωσή του στη θέση του μοναδικού απαραίτητου γνώμονα.

 

Η δεύτερη πρόταση χρειάζεται ένα παράδειγμα. Η συνηθισμένη ηθική μας λέει να τιμούμε τους γονείς μας και να αγαπούμε τα παιδιά μας. Αν δώσουμε έμφαση στο δεύτερο σκέλος μόνο, αυτό που έχουμε είναι μία φουτουριστική ηθική στην οποία το μοναδικό κριτήριο είναι η ‘διαιώνιση’, η απόκτηση απογόνων. Η καθιερωμένη ηθική μας λέει επίσης να κρατούμε τις υποσχέσεις μας και να προσφέρουμε στους φτωχούς. Αν απομονώσουμε τη δεύτερη υποχρέωση καταλήγουμε σε μία κομμουνιστική ηθική, στην οποία ‘η παραγωγή’ και η διανομή των προϊόντων στον κόσμο είναι τα μοναδικά κριτήρια. Η διαδεδομένη ηθική μας λέει να αγαπούμε τους δικούς μας ανθρώπους και τους συμπολίτες μας περισότερο από ό,τι τους ξένους. Αν απομονώσουμε αυτή την αρχή καταλήγουμε σε μία αριστοκρατική ηθική, στην οποία η κοινωνική μας τάξη είναι το μοναδικό κριτήριο, ή σε μία ρατσιστική ηθική, κατά την οποία δεν αναγνωρίζεται κανένας άλλος δεσμός πέρα από τους δεσμούς αίματος. Αυτά τα μονοδιάστατα συστήματα χρησιμοποιούνται στη συνέχεια σαν η βάση από την οποία θα εξαπολυθεί η επίθεση ενάντια στην παραδοσιακή ηθική. Το παράλογο είναι ότι η παραδοσιακή ηθική είναι που χαρίζει σε αυτές τις απόψεις το όποιο κύρος και βαρύτητα τις χαρακτηρίζουν. Αρχίζοντας από το μηδέν, χωρίς καμία υπόρρητη παραδοχή περί αξίας, δεν θα είχαμε ποτέ καταλήξει σε καμία από αυτές τις αρχές. Αν ο σεβασμός προς τους γονείς ή η αρχή περί υποσχέσεων αποτελούν υποκειμενικά υποπροϊόντα της υλικής φύσης, το ίδιο ισχύει με το σεβασμό στη φυλή μας ή την επιθυμία για διαιώνιση. Ο κορμός προς στη ρίζα του οποίου ο αναμορφωτής θα στρέψει το τσεκούρι είναι η μοναδική υποστήριξη του κλαδιού που θέλει να διατηρήσει.

Κάθε ιδέα περί ‘νέας’ ή ‘επιστημονικής’ ηθικής πρέπει να απορριφθεί ως αποτέλεσμα σύγχυσης στη σκέψη. Έχουμε δύο μόνο εναλλακτικές. Είτε οι γνώμονες της παραδοσιακής ηθικής πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ως αξιώματα του πρακτικού λόγου, τα οποία δεν χωρούν ή χρειάζονται επιχειρήματα για τη στήριξή τους, είτε δεν υπάρχουν καθόλου αξίες, δηλαδή, ό,τι λανθασμένα θεωρήσαμε ως αξίες ήταν ‘προβολές’ άλογων συναισθημάτων. Είναι εντελώς μάταιο, αφού έχουμε απορρίψει την παραδοσιακή ηθική μέσα από την ερώτηση ‘γιατί να υπακούσουμε σε αυτή;’, να προσπαθήσουμε στη συνέχεια να επαναφέρουμε την έννοια της ‘αξίας’ σε κάποιο μετέπειτα στάδιο της φιλοσοφίας μας. Κάθε αξία που θα εισάγουμε θα αντιμετωπιστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κάθε επιχείρημα για την υποστήριξή της θα αποτελεί προσπάθεια να αντλήσουμε από προκείμενες που είναι σε οριστική έγκλιση ένα συμπέρασμα που θα είναι σε προστακτική. Και αυτό είναι αδύνατο.

Ενάντια σε αυτή την άποψη η σύγχρονη σκέψη έχει δύο γραμμές άμυνας. Η πρώτη ισχυρίζεται ότι η παραδοσιακή ηθική διαφέρει από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μία μόνο ηθική αλλά χίλιες. Η δεύτερη διαμαρτύρεται ότι το να δεσμευτούμε σε έναν αναλλοίτωτο ηθικό κώδικα ισοδυναμεί με απόρριψη οποιασδήποτε μορφής προόδου και με στασιμότητα. Και οι δύο είναι αστήρικτες.

Ας πάρουμε πρώτα τη δεύτερη. Κι ας την ‘απογυμνώσουμε’ από την αναίτια συναισθηματική ισχύ που αντλεί από τη λέξη ‘στασιμότητα’, με τη σύνδεση που κάνει με βρώμικες λίμνες, βάλτους και λιμνάζοντα ύδατα. Αν το νερό παραμείνει στάσιμο για αρκετό καιρό αρχίζει να μυρίζει άσχημα. Το να συμπεραίνει κανείς πως ό,τι διατηρείται για αρκετό καιρό εκφυλίζεται δείχνει εσφαλμένο τρόπος σκέψης. Ο ‘χώρος’ δεν βρώμισε επειδή διατηρεί τις τρεις διαστάσεις του από την αρχή. Το τετράγωνο της υποτείνουσας δεν μούχλιασε επειδή συνεχίζει να ισούται με τα τετράγωνα των δύο άλλων πλευρών. Η αγάπη δεν υποβαθμίστηκε από τη διάρκειά της και κάθε φορά που πλένουμε τα χέρια μας επιζητούμε ‘στασιμότητα’ και επαναφορά στην αρχική κατάσταση, αποκαθιστώντας τεχνητά τα χέρια μας στην κατάσταση που βρίσκονταν όταν ξεκίνησε η μέρα, αντίτιθέμενοι στη φυσική ροή των γεγονότων που σταθερά θα αύξανε τη βρωμιά τους από τη γέννηση έως το θάνατό μας. Στη θέση του φορτισμένου όρου ‘στάσιμος’ ας χρησιμοποιήσουμε τον όρο ‘μόνιμος’. Ένα μόνιμο ηθικό πρότυπο αποκλείει την πρόοδο; Το αντίθετο, αν δεν προϋποθέτουμε ένα σταθερό πρότυπο, η πρόοδος είναι αδύνατη. Αν το καλό είναι ένα ακλόνητο σημείο, είναι τουλάχιστον πιθανό να κινούμαστε όλο και πιο κοντά σε αυτό. Αλλά αν το τέρμα είναι όσο κινητό είναι το τρένο, πώς μπορεί το τρένο να προοδεύσει όσον αφορά τον προορισμό του; Οι ιδέες μας περί ‘καλού’ μπορεί να αλλάξουν, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο ή το χειρότερο αν δεν υπάρχει ένα απόλυτο και αμετακίνητο ‘καλό’ προς το οποίο στρέφονται. Κάτι μπορεί να γίνεται όλο και πιο ‘σωστό’ μόνο αν το απόλυτα ‘σωστό’ είναι ‘στάσιμο’.

Κι όμως, κάποιος θα πει, μόλις παραδέχθηκα ότι οι ιδέες μας περί ‘καλού’ μπορεί να βελτιωθούν. Πώς μπορεί αυτό να συνυπάρξει με την άποψη ότι η ‘παραδοσιακή ηθική’ δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί; Την απάντηση μπορούμε να την καταλάβουμε μόνο αν συγκρίνουμε την πραγματική ηθική πρόοδο με μία απλή καινοτομία. Από το ‘μην κάνεις στους άλλους αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν’ των Στωικών και του Κομφούκιου προς το ‘κάνε αυτό που θέλεις να σου κάνουν’ των Χριστιανών έχουμε πραγματική πρόοδο. Η ηθική του Νίτσε είναι απλά καινοτομία. Η πρώτη περίπτωση συνιστά πρόοδο επειδή κανείς που δεν παραδεχόταν την ισχύ του πρώτου γνώμονα δε θα έβρισκε λόγο να αποδεχτεί τον καινούριο, και όποιος αποδεχόταν τον πρώτο αμέσως θα αναγνώριζε τον νέο σαν μία προέκταση της ίδιας αρχής. Αν τον απέρριπτε, θα έπρεπε να τον απορρίψει ως υπερβολή ή πλεονασμό, σαν κάτι παρατραβηγμένο, όχι σαν κάτι ετερογενές ως προς τις δικές του ιδέες περί αξίας. Αλλά η Νιτσεϊκή ηθική μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο αν είμαστε διατεθειμένοι να διαγράψουμε την παραδοσιακή ηθική ως απλό λάθος κι έπειτα να βάλουμε τους εαυτούς μας στη θέση όπου δεν μπορούμε να βρούμε απολύτως κανένα στήριγμα για ηθικές κρίσεις. Είναι η διαφορά μεταξύ ενός ανθρώπου που μας λέει: ‘σας αρέσουν τα λαχανικά σας σχετικά φρέσκα. Γιατί δεν καλλιεργείτε τα δικά σας ώστε να τα έχετε απολύτως φρέσκα;’ κι ενός που λέει: ‘πέτα αυτό το καρβέλι κι άρχισε να τρως στη θέση του τούβλα και σαρανταποδαρούσες!’ Η πραγματική ηθική πρόοδος γίνονται μέσα από την υπάρχουσα ηθική παράδοση και στο πνεύμα αυτής της παράδοσης και μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο μέσα από τα μάτια αυτής της παράδοσης. Αυτός που έχει απορρίψει την παράδοση δεν μπορεί να της ασκήσει κριτική. Δεν έχει –όπως θα έλεγε και ο Αριστοτέλης- αρχή, δεν έχει προκείμενες.

Και τι ισχύει με την άλλη σύγχρονη αντίρρηση – ότι τα ηθικά πρότυπα των διάφορων πολιτισμών διαφέρουν τόσο πολύ ώστε δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για κοινή παράδοση; Η απάντηση είναι ότι πρόκειται για ψέμα – ένα καλό, συμπαγές, εύηχο ψέμα. Αν κάποιος περάσει μερικές μέρες σε μία βιβλιοθήκη με την Εγκυκλοπαίδεια Θρησκείας και Ηθικής θα ανακαλύψει σύντομα την εκπληκτική ομοφωνία του πρακτικού λόγου στον άνθρωπο. Από τους Νόμους του Μανού, το Βιβλίο των Νεκρών, τα Ανάλεκτα, τους Στωικούς, τους Πλατωνιστές, από τους ιθαγενείς της Αυστραλίας και τους ευθρόδερμους της Αμερικής θα συλλέξει την ίδια μονότονη απόρριψη της καταπίεσης, του φόνου, της προδοσίας, του ψεύδους, και τις ίδιες προτροπές για καλοσύνη προς τους ηλικιωμένους, τους νέους και τους αδύναμους, για ελεημοσύνη, αμεροληψία και ειλικρίνεια. Μπορεί να εκπλαγεί (όπως κι εγώ) όταν ανακαλύψει ότι το έλεος απαντά πιο συχνά από τη δικαιοσύνη. Αλλά θα πάψει να αμφιβάλλει ότι υπάρχει κάτι που ονομάζεται ‘Φυσικός Νόμος’. Υπάρχουν βέβαια διαφορές. Υπάρχει ακόμη και τύφλωση σε ορισμένους πολιτισμούς – όπως ακριβώς υπάρχουν βάρβαροι που δεν μπορούν να μετρήσουν μέχρι το είκοσι. Αλλά η δικαιολογία ότι επικρατεί χάος – χωρίς να διαφαίνεται καμία παγκόσμια αποδεκτή αξία- είναι απλά λάθος και πρέπει να καταρρίπτεται εγκαίρως και ακαίρως όπου τη συναντούμε. Όχι μόνο δε βρίσκουμε χάος, βρίσκουμε αυτό ακριβώς που περιμένουμε αν το καλό όντως είναι κάτι αντικειμενικό και ο λόγος το όργανο με το οποίο το αντιλαμβανόμαστε – το οποίο είναι ουσιαστική συμφωνία με σαφείς τοπικές διαφορές στην έμφαση αν και, ίσως, κανένα κώδικα που να τα περιλαμβάνει όλα.

Οι δύο σπουδαιότερες μέθοδοι με τις οποίες αποκρύπτεται αυτή η συμφωνία είναι οι εξής: Πρώτον, εστιάζεις στις διαφορές σχετικά με τη σεξουαλική ηθική. Οι διαφορές επάνω στον ορισμό της αιμομιξίας ή μεταξύ της πολυγαμίας και της μονογαμίας εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία. (Είναι αναληθές το ότι οι Έλληνες θεωρούσαν αθώα τη σεξουαλική διαστροφή. Το συνεχές ειρωνικό γέλιο του Πλάτωνα είναι μεγαλύτερη ένδειξη από την αυστηρή απαγόρευση του Αριστοτέλη. Οι άνθρωποι χαζογελούν με αυτό τον τρόπο μόνο για ό,τι θεωρούν αστείο ή κακόγουστη φάρσα. Υπάρχει βέβαια χάσμα μεταξύ της αντίληψης των Ελλήνων και των Χριστιανών αλλά δεν υπάρχει αντίθεση.) Η δεύτερη μέθοδος είναι να αντιμετωπίζεις σαν διαφορές στις αξιακές κρίσεις όσα εμπίπτουν στην κατηγορία των διαφορών όσον αφορά τις πεποιθήσεις περί της πραγματικότητας. Έτσι, οι ανθρώπινες θυσίες ή το κυνήγι μαγισσών προβάλλονται σαν ενδείξεις μίας ριζικά διαφορετικής ηθικής. Αλλά η πραγματική διαφορά εντοπίζεται αλλού. Δεν κυνηγούμε μάγισσες επειδή δεν πιστεύουμε ότι υπάρχουν. Δεν σκοτώνουμε ανθρώπους για να αποφύγουμε την πανούκλα επειδή δεν πιστεύουμε ότι αυτός είναι ο τρόπος για να αποφευχθεί η πανούκλα. Αυτό που κάνουμε είναι να ‘θυσιάζουμε’ ανθρώπους στον πόλεμο και να κυνηγούμε κατασκόπους και προδότες.

Μέχρι εδώ ασχολήθηκα με τις αντιρρήσεις που προβάλλουν οι μη-πιστοί ενάντια στο δόγμα της αντικειμενικής αξίας ή του Φυσικού Νόμου. Αλλά στις μέρες μας πρέπει να έιμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε αντίρρήσεις ακόμη και από Χριστιανούς. Ο ‘ανθρωπισμός’ και ο ‘φιλελευθερισμός’ μπορεί να χρησιμοποιούνται σαν όροι αποδοκιμασίας, και στη θέση που υποστηρίζω χρησιμοποιούνται με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. Πίσω από αυτές τις έννοιες κρύβεται ένα πραγματικό θεολογικό πρόβλημα. Αν αποδεχτούμε τους πρωταρχικούς γνώμονες του πρακτικού λόγου σαν τις αδιαμφισβήτητες προκείμενες κάθε πράξης, φτάνουμε στο σημείο να εμπιστευτούμε το λόγο μας αγνοώντας όμως τις επιπτώσεις της Πτώσης; Μήπως η υποταγή μας είναι πλέον σε μία αφαίρεση και όχι σε ένα πρόσωπο;

Όσον αφορά την Πτώση, η γενική τοποθέτηση της Γραφής δεν μας επιτρέπει να δεχτούμε ότι η γνώση του Νόμου επηρεάστηκε στον ίδιο βαθμό με την ικανότητά μας να τον ακολουθήσουμε. Θα ήταν πολύ γενναίος αυτός που θα ισχυριζόταν ότι αντιλαμβάνεται την ξεπεσμένη κατάσταση του ανθρώπου περισσότερο από τον Άγιο Παύλο. Στο ίδιο κεφάλαιο (Ρωμ.7) όπου διαβεβαιώνει την αδυναμία μας να τηρήσουμε τον ηθικό νόμο, διαβεβαιώνει επίσης με βεβαιότητα ότι αντιλαμβανόμαστε την αγαθότητα του Νόμου και χαιρόμαστε κατά τον εσωτερικό άνθρωπο. Η δικαιοσύνη μας μπορεί να είναι ρυπαρή, αλλά ο Χριστιανισμός δεν μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι η αντίληψη του σωστού και του δίκαιου βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Μπορεί να είναι –αναμφισβήτητα- δυσλειτουργική, αλλά υπάρχει διαφορά μεταξύ δυσλειτουργικής όρασης και τύφλωσης. Μία θεολογία που αντιπροσωπεύει τον πρακτικό μας λόγο ως ριζικά κατεστραμμένο οδεύει προς την καταστροφή. Αν παραδεχτούμε ότι αυτό που εννοεί ο Θεός με τη λέξη ‘καλοσύνη’ είναι ολότελα διαφορετικό από αυτό που εμείς κρίνουμε ως ‘καλό’, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ γνήσιας θρησκείας και σατανολατρείας.

Η άλλη αντίρρηση είναι πολύ πιο δύσκολη. Αν αποδεχτούμε ότι ο πρακτικός λόγος είναι όντως λόγος και ότι οι θεμελιακές του προσταγές είναι όσο απόλυτες και κατηγορικές όσο ισχυρίζονται ότι είναι, τότε το καθήκον του ανθρώπου είναι η άνευ όρων υποταγή σε αυτές. Το ίδιο ισχύει και με την απόλυτη υποταγή στο Θεό. Και αυτές οι δύο μορφές υποταγής πρέπει, κάπως, να ταυτιστούν. Αλλά πώς μπορούμε να παρουσιάσουμε τη σχέση μεταξύ Θεού και Ηθικού Νόμου; Το να πούμε ότι ο ηθικός νόμος είναι ο νόμος του Θεού δεν αποτελεί λύση. Αυτά τα πράγματα είναι σωστά επειδή ο Θεός τα προστάζει ή ο Θεός τα προστάζει επειδή είναι σωστά; Αν ισχύει το πρώτο, αν το καλό είναι αυτό που ο Θεός προστάζει, τότε η καλοσύνη του ίδιου του Θεού στερείται νοήματος και οι προσταγές ενός παντοδύναμου δαίμονα θα μπορούσαν να έχουν τις ίδιες απαιτήσεις από εμάς, όπως κι εκείνες ενός ‘δίκαιου Κυρίου’. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε αποδεχόμαστε μία κοσμική δυαρχία, καθιστώντας ίσως το Θεό τον απλό εκτελεστή ενός νόμου που βρίσκεται έξω από Αυτόν και που υπήρξε πριν από Αυτόν. Και οι δύο απόψεις είναι ανυπόφορες.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε ότι η Χριστιανική θεολογία δεν πιστεύει ότι ο Θεός είναι ένα πρόσωπο. Πιστεύει ότι μέσα σε Αυτόν μία τριάδα προσώπων είναι ενωμένη με την ενότητα της Θεότητας. Με αυτή την έννοια πιστεύει ότι διαφέρει από ένα πρόσωπο, με τον ίδιο τρόπο που ένας κύβος, στον οποίο έξι τετράγωνα συνδυάζονται στην ενότητα του σχήματος, διαφέρει από ένα τετράγωνο. Είναι λοιπόν πιθανό ότι η δυαρχία που προκύπτει όταν σκεφτόμαστε, πρώτον, τον Πατέρα μας στους Ουρανούς, και δεύτερον, τις αυταπόδεικτες προσταγές του ηθικού νόμου, δεν είναι λάθος αλλά πραγματική (αν και ατελής) αντίληψη των πραγμάτων που αναγκαστικά είναι δύο σε κάθε μορφή ύπαρξης που εμπίπτει στην εμπειρία μας, αλλά που δεν διαιρούνται κατ’ αυτό τον τρόπο στην απόλυτη ύπαρξη του υπερπροσωπικού Θεού. Όταν σκεφτόμαστε επάνω σε ένα πρόσωπο και έναν νόμο, σκεφτόμαστε ότι το πρόσωπο αυτό είτε υπακούει το νόμο, είτε τον κατασκευάζει. Κι όταν σκεφτόμαστε Αυτόν σαν να κατασκευάζει το νόμο, σκεφτόμαστε ότι Αυτός υπακούει σε ένα ακόμη πιο υπέρτατο πρότυπο καλοσύνης (το οποίο είναι σε αυτή την περίπτωση ο υπέρτατος παράγοντας, όχι ο Θεός) ή ότι τον θεσπίζει αυθαίρετα βάσει του τι ο Ίδιος θέλει (στην οποία περίπτωση δεν θα ήταν ούτε αγαθός ούτε σοφός). Αυτό είναι μάλλον το σημείο στο οποίο μας προδίδουν οι κατηγορίες που διαθέτουμε. Αλλά ίσως μου επιτρέπεται να προβάλλω δύο αρνήσεις: ότι ο Θεός ούτε υπακούει, ούτε δημιουργεί τον ηθικό νόμο. Το αγαθό δεν έχει δημιουργηθεί. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Δεν υπάρχει μέσα του σκιά ενδεχομενικότητας. Βρίσκεται, όπως είπε ο Πλάτωνας, στην άλλη πλευρά της ύπαρξης. Είναι η Ρίτα των Ινδουιστών που καθιστά τους ίδιους τους θεούς θεϊκούς. Είναι το Τάο των Κινέζων από το οποίο ξεπηδούν όλες οι πραγματικότητες. Αλλά εμείς, που έχουμε ευνοηθεί περισσότερο από τους πιο σοφούς παγανιστές, γνωρίζουμε τι υπάρχει πέρα από την ύπαρξη, τι δεν περιλαμβάνει ενδεχομενικότητα, τι δανείζει τη θεϊκότητα σε όλα τα υπόλοιπα, τι είναι το θεμέλιο όλης της ύπαρξης. Δεν είναι απλά ένας νόμος, αλλά επίσης μία αγάπη που γεννά, μία αγάπη που έχει γεννηθεί και η αγάπη που –αφού είναι τα δύο πρώτα- είναι εμμενής σε όλους όσοι συμμετέχουν στην ενότητα αυτής της αυθύπαρκτης ζωής. Ο Θεός δεν είναι απλά καλός, αλλά καλοσύνη. Η καλοσύνη δεν είναι απλά θεϊκή αλλά ο Θεός.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται σαν εύθραυστες εικασίες: κι όμως πιστεύω ότι τίποτε λιγότερο από αυτό δεν μπορεί να μας σώσει. Ένας Χριστιανισμός που δεν διακρίνει την ηθική και τη θρησκευτική εμπειρία καθώς συγκλίνουν και συναντιούνται στην αιωνιότητα, όχι στην αρνητική αιωνιότητα, αλλά στη θετική αιωνιότητα του ζωντανού και υπερπροσωπικού θεού, δεν έχει μακροπρόθεσμα τίποτα που τον διακρίνει από τη σατανολατρεία – και μία φιλοσοφία που δεν δέχεται τις αξίες σαν αιώνιες και αντικειμενικές, το μόνο στο οποίο μπορεί να μας οδηγήσει είναι η καταστροφή. Το θέμα δεν είναι σημαντικό μόνο στο χώρο της ‘εικασίας’ ή της θεωρίας. Ένας ‘σχεδιαστής’ σε μία δημοκρατική πλατφόρμα, ένας επιστήμονας σε ένα δημοκρατικό εργαστήριο δεν διαφέρουν σε τελική ανάλυση από ένα Φασίστα. Πιστεύουν ότι το ‘καλό’ είναι αυτό που οι άνθρωποι είναι προκαθορισμένοι να εγκρίνουν. Πιστεύουν ότι είναι έργο δικό τους και άλλων σαν και αυτούς να ‘προκαθορίσουν’ τους ανθρώπους, να δημιουργήσουν συνειδήσεις μέσω ευγονικής, ψυχολογικό χειρισμό βρεφών, μέσω της κρατικής παιδείας και της μαζικής προπαγάνδας. Επειδή ένας τέτοιος άνθρωπος βρίσκεται σε σύγχυση, δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει ότι όσοι δημιουργούν συνειδήσεις δεν μπορούν οι ίδιοι να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της συνείδησης. Αλλά πρέπει να ξυπνήσει και να δει τη λογική των όσων υποστηρίζει, αργά ή γρήγορα. Κι όταν το κάνει, τι μας χωρίζει από την τελική διαίρεση του γένους σε λίγους που στέκονται έξω από την ηθική και ‘καθορίζουν’ τους υπόλοιπους, κι εκείνους που ‘καθορίζονται’ και η ηθική των οποίων επιλέγεται από τους ‘ειδικούς’, κατά την ευχαρίστησή τους; Αν ‘καλό’ σημαίνει ‘η τοπική ιδεολογία’, πώς μπορούν εκείνοι που επινοούν την τοπική ιδεολογία να καθοδηγούνται οι ίδιοι από κάποια ιδέα ‘καλού’; Η ίδια η ιδέα της ελευθερίας προϋποθέτει κάποιον αντικειμενικό ηθικό νόμο που υπερβαίνει τους κυβερνώντες και τους κυβερνωμένους. Ο υποκειμενισμός σχετικά με τις αξίες είναι αιωνίως ασύμβατος με τη δημοκρατία. Εμείς και οι ηγέτες μας ανήκουμε στο ίδιο είδος μόνο εφόσον είμαστε υποταγμένοι σε έναν μοναδικό νόμο. Αλλά αν δεν υπάρχει Φυσικός Νόμος, το ‘ήθος’ κάθε κοινωνίας είναι δημιουργία των ηγετών αυτής, των εκπαιδευτικών και των ‘προγραμματιστών’. Και κάθε δημιουργός στέκεται επάνω και έξω από τη δημιουργία του. Αν δεν επιστρέψουμε στη γνήσια, παραδοσιακή πίστη στις αντικειμενικές αξίες, θα χαθούμε. Αν το κάνουμε, μπορεί να ζήσουμε, και αυτή η επιστροφή ίσως περιλαμβάνει ένα μικρό πλεονέκτημα. Αν πιστέψαμε στην απόλυτη πραγματικότητα των στοιχειωδών ηθικών εντολών, πρέπει να αξιολογήσουμε αυτούς που ζητούν την ψήφο μας με άλλα κριτήρια από αυτά που έχουν καθιερωθεί. Ενώ πιστεύουμε ότι το ‘καλό’ είναι κάτι που επινοείται, απαιτούμε από τους κυβερνώντες ‘όραμα’, ‘δυναμισμό’, ‘δημιουργικότητα’ και άλλα παρόμοια. Αν επιστρέψουμε στην αντικειμενική θεώρηση, πρέπει να απαιτήσουμε χαρακτηριστικά ακόμη πιο σπάνια και πολύ πιο ευεργετικά – αρετή, γνώση, συνέπεια και ικανότητα. Το ‘όραμα’ είναι προς πώληση, ή ισχυρίζεται ότι είναι προς πώληση, παντού. Αλλά δείξε μου έναν άνθρωπο που θα εργαστεί για μία ημέρα και θα ζητήσει τον ανάλογο μισθό, που θα αρνηθεί τις δωροδοκίες, που θα είναι ειλικρινής και που θα γνωρίζει τη δουλειά του.

 

By | 2015-02-06T20:50:58+00:00 February 5th, 2015|ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ|0 Comments

About the Author: