Ποιος είναι ο ρόλος του Χριστιανού καλλιτέχνη μέσα στην κουλτούρα του; Όπως συνήθως υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:

  1. Να ακολουθήσω άκριτα τα ρεύματα που διαμορφώνουν την κουλτούρα 
  2. Να δράσω μεταμορφωτικά προς την κουλτούρα μέσα από αυτή

Κι αυτός είναι ο λόγος που δικαιολογεί την παρουσία μας εδώ σήμερα. Αυτό που ονομάζουμε απολογητική – μια πειστική και μεταμορφωτική παρουσία και μαρτυρία – προϋποθέτει ότι προσφέρω στην κουλτούρα το μεταμορφωτικό πρίσμα της Αγίας Γραφής μέσα από τη δραστηριότητα, στην οποία ο Θεός με έχει καλέσει. Οπότε, ποιοι είναι οι τρόποι με τους οποίους ένας Χριστιανός καλλιτέχνης μπορεί να είναι εκπρόσωπος του Θεού μέσα από την τέχνη του;

Δεν υπάρχει μία απάντηση φυσικά σε αυτό το ερώτημα, αλλά αυτή πρέπει να περιλαμβάνει το τι μορφή λαμβάνει η τέχνη του Χριστιανού και όχι αν υπάρχει Χριστιανική τέχνη ή όχι. Προφανώς ο δεύτερος όρος είναι παραπλανητικός και αδόκιμος από πολλές απόψεις. H τέχνη είναι από μόνη της ένας ισχυρός φορέας νοήματος. Ας θυμηθούμε ότι άνθρωποι που πάλεψαν με την ύπαρξη έδωσαν τεράστια σημασία σε αυτή: «Χωρίς τη μουσική η ζωή θα ήταν ένα λάθος» είχε πει ο Νίτσε και «Όταν η νύχτα έχει πέσει στον κόσμο, ο ποιητής είναι που προφέρει τα άγια» υποστήριξε ο Χάιντεγκερ. Η τέχνη του Χριστιανού, καθώς καλείται να δράσει μεταμορφωτικά όπως είπαμε και παραπάνω οφείλει να περιλαμβάνει μία προσέγγιση απέναντι στο όμορφο, απέναντι στο κάλλος. Ο λόγος είναι απλός: η ομορφιά είναι παντού στη ζωή μας, από τις πιο απλές και ασήμαντες μέχρι τις πιο σημαντικές πτυχές της, από το πώς θα διακοσμήσω το σαλόνι στο σπίτι μου μέχρι το έργο τέχνης που θα θαυμάσω εκστατικός σε κάποιο μουσείο. Ο άνθρωπος επιθυμούσε και επιθυμεί να επενδύει τα πάντα με αισθητική αξία, κάτι που αποτελεί ίδιον γνώρισμα της οντολογικής τάξης εκείνης όντων που ονομάζουμε πρόσωπα (συμπεριλαμβανομένου του Θεού). Η αξία κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένης της ηθικής αξίας, είναι δομικά συστατικά του χώρου στον οποίον κατοικούν πρόσωπα, μαζί με έννοιες όπως η αγάπη, δέσμευση, ο οραματισμός, η ενοχή κτλ. Η αισθητική αξία, όπως ακριβώς κάθε είδους αξία, είναι μία ηχηρή υπενθύμιση της προέλευσης και του πεπρωμένου των προσώπων σε αυτό τον κόσμο –ως όντα που δύσκολα ανάγονται σε μερικά κιλά ύλης-  και από τη στιγμή που ο καλλιτέχνης έχει ιδιαίτερη πρόσβαση στον τομέα της αισθητικής αξίας, η αποστολή του είναι επίσης ιδιαίτερη και μπορεί να αποτελέσει ένα ηχηρό μήνυμα στην κουλτούρα του.

Μερικές κοινοτοπίες που προσφέρει εν είδει αρχών ο Roger Scruton περί ομορφιάς είναι οι εξής:

-Η ομορφιά μας ευχαριστεί.

-Κάτι μπορεί να είναι πιο όμορφο από κάτι άλλο.

-Η ομορφιά είναι πάντα ένας λόγος για να εστιάζεις σε αυτό που την κατέχει.

-Η ομορφιά είναι το υλικό της κρίσης: της κρίσης του γούστου

-Η κρίση του γούστου αφορά το όμορφο αντικείμενο, όχι τη νοητική κατάσταση του ατόμου που την εκφέρει. Καθώς περιγράφω ένα αντικείμενο ως όμορφο, περιγράφω αυτό, όχι εμένα.

-Δεν υπάρχουν κρίσεις περί ομορφιάς από δεύτερο χέρι.

Η τρίτη αρχή έχει να κάνει με το αντικείμενο που χαρακτηρίζεται από ομορφιά καθώς με καλεί να το διερευνήσω. Κι εδώ είναι που έχουμε μία πολύ σημαντική σύνδεση μεταξύ ομορφιάς και προσώπων: όχι μόνο η αντίληψη της ομορφιάς είναι ίδιον χαρακτηριστικό των προσώπων, αλλά το όμορφο αντικείμενο συμπεριφέρεται το ίδιο ως πρόσωπο, πράγμα που πρέπει να περιμένουμε μέσα στο προσωπικό σύμπαν που κατοικούμε. Καθώς το όμορφο αντικείμενο –φαινομενολογικά- παγιδεύει την προσοχή μου αρχίζω και μπαίνω στη διαδικασία να προσπαθώ να το διερευνήσω εις βάθος, με ένα ενδιαφέρον που το ίδιο αναζωογονεί μέσα μου. Το όμορφο αντικείμενο φαίνεται να έχει το ίδιο μία συνοχή και έμφυτο νόημα και ωθούμαι σε μία διερεύνηση η οποία εκ των πραγμάτων δεν έχει κάποια κατάληξη, αφού η ίδια φαίνεται να είναι ο σκοπός της. Φαίνεται ότι το αντικείμενο (το οποίο μπορεί να είναι ένα μουσικό κομμάτι) σε αυτή την περίπτωση μου μιλά και με καλεί σε κάτι πέρα από τα φαινόμενα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με το ανθρώπινο πρόσωπο, και ιδιαίτερα την όμορφη ψυχή που αυτό μπορεί να κρύβει. Μαθαίνοντας και διερευνώντας έναν άνθρωπο εις βάθος ισοδυναμεί με ένα ταξίδι χωρίς κατάληξη, για τον απλό λόγο ότι ποτέ δεν θα μπορέσω να τον κατανοήσω, μάθω, κατέχω πλήρως. Όπως θα έλεγε και ο Emmanuel Levinas, το πρόσωπο κρύβει την απουσία του, πολύ απλά γιατί θυμίζει έναν ορίζοντα, στα όρια του οποίου ποτέ δεν θα καταφέρω να φτάσω. Κάτι αντίστοιχο ισχύει με την ομορφιά. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη και ενδιαφέρουσα όταν το όμορφο στέκει στο κέντρο της κοινότητας και συντονίζει τα πρόσωπα γύρω του. Σε αυτή την περίπτωση έχω μία επικοινωνία σε πολλές κατευθύνσεις: το όμορφο επικοινωνεί με τον κάθε ένα μας ξεχωριστά, με όλους μαζί και όλοι μαζί μεταξύ τους. Και κάπως έτσι είναι που το όμορφο καθίσταται ένας χώρος συνάντησης προσώπων, όπου το ίδιο σαν πρόσωπό επικοινωνεί το νόημά του, και όλα τα πρόσωπα επικοινωνούν το ένα με το άλλο.

Πίσω από όλα αυτά ενεδρεύει ένας προβληματισμός: υπάρχει αντικειμενικά όμορφο και άσχημο; Ή πρέπει να εγκαταλείψω τις έννοιες ως άχρηστο κατάλοιπο ενός στείρου παρελθόντος (το οποίο φυσικά σε καμία περίπτωση δεν ήταν στείρο) για χάρη της προόδου και της ανεμπόδιστης έκφρασης του ατόμου; Αυτό φαίνεται να υποστήριζε ένας  Χριστιανός καλλιτέχνης από τη Σκωτία, ο οποίος δικαιολόγησε την απουσία του όρου «όμορφο» από την εισήγησή του επικαλούμενος τη σχετικότητα περί κάλλους. «Αν το όμορφο είναι σχετικό με την εκάστοτε κουλτούρα, τότε δεν υπάρχει λόγος να αναφερθώ σε αυτό». Αυτό ισοδυναμεί με διανοητική αυτοκτονία. Αφ’ ενός το επιχείρημα είναι σαθρό και ιδιαίτερα ύποπτο, αφού το ίδιο ακριβώς χρησιμοποιείται για τον ηθικό σχετικισμό, για το ότι δεν υπάρχει αντικειμενικά σωστό και λάθος. Αφ’ ετέρου, η ομορφιά είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, που η ίδια η εμπειρία μας διδάσκει ότι δεν μπορώ εύκολα να την ξεφορτωθώ, ακόμη κι αν επικαλεστώ κάποιου είδους σχετικισμό. Η ομορφιά είναι κάτι υπαρκτό. Όπως και η ασχήμια είναι κάτι υπαρκτό. Εδώ είναι που ο Χριστιανός καλλιτέχνης καλείται να πάρει θέση: μπορεί να δράσει μεταμορφωτικά στην κουλτούρα του αν απωλέσει οποιαδήποτε αντικειμενική τοποθέτηση περί ομορφιάς; Μπορεί ή πρέπει η Χριστιανική τέχνη να εκδιώξει την έννοια του όμορφου από την καρδιά της και να επιτελέσει το ρόλο της ως δοξολογία –όπως θα έλεγε και ο Schaeffer- μέσα στην κουλτούρα της αυτό-έκφρασης και αυτοπραγμάτωσης; Θεωρώ πως όχι. Αν μη τι άλλο, αν το κάλλος είναι προσωπική έννοια (θυμίζει δηλαδή πρόσωπο) και αντανακλά τη δική μας οντολογική ταυτότητα ως πρόσωπα, φοβάμαι ότι η απόρριψή του ώστε να μπορέσει η τέχνη να πάει «ακόμη ένα βήμα παραπέρα» θα μας απομακρύνει ακόμη περισσότερο από το ανθρώπινο πεπρωμένο μας. Αλλά δεν είμαι καλλιτέχνης. Εσείς μπορείτε να πείτε πολλά περισσότερα επάνω σε αυτό και σας ενθαρρύνω να το κάνετε. Αν η τοποθέτηση απέναντι στο κάλλος είναι σημαντική όσον αφορά την επίδρασή σας ως Χριστιανοί στην κουλτούρα σας, αξίζει να πάρετε θέση.

Γιώργος Καλαντζής

 

Η διάλεξη έλαβε χώρα στα πλαίσια του συνεδρίου του Σωματείου Ελλήνων Χριστιανών Καλλιτεχνών «24η Συνάντηση για την Τέχνη»

14720590_1174555755944121_5271962967477845066_n