C. S. Lewis, Δημουλα και Εκκλησιαστης

Η γνωστή ελληνίδα ποιήτρια Κική Δημουλά στην τελευταία συλλογή της με τίτλο «Εύρετρα» γράφει για την ελπίδα:

Εμείς καλά είμαστε κεί / λιπαίναμε της ανυπαρξίας τον τροχό / να μη σκαλώνει / ούτε στο τι θα πει υπάρχω / ούτε το δεν υπάρχω τι σημαίνει.

 Τίποτα

Παιχνίδι μας μοναδικό να περιστρέφουμε  / την ουδεμία μεταξύ / της άγνοιας και της γνώσης διαφορά

κι άγνωστο πως κατάφερε / να σπείρει ανάμεσά μας τα υπαρκτά / καινά δαιμόνιά της, η ελπίδα

-λες η ανυπαρξία μας να ήταν Πυθία;

Ξέρω μόνο / Πως η ελπίδα μας ξεσήκωσε / Αυτή μας πήρε τα μυαλά 

Πρέπει να υπάρξετε, μας είπε 

Αξίζει να το δείτε μια φορά / Εκεί θα είμ’ εγώ, σας περιμένω

Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε πως η ελπίδα έχει δύναμη. Μας ξεσηκώνει. Μας καλεί να σπάσουμε τον «τροχό της ανυπαρξίας» για να υπάρξουμε. Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί. Να ακούσουμε καλά την πρόσκληση που μας προσφέρει η ελπίδα στο ποίημα αυτό. Μας υπόσχεται ότι η ίδια θα είναι εκεί, στο τέλος του προορισμού, θα μας περιμένει.

Μάλλον θα πρέπει να ακούσουμε καχύποπτα τα λόγια της. Αυτή η αυτό-αναφορικότητα πρέπει να μας προβληματίσει. Δηλαδή η ελπίδα μας καλεί, μας ξεσηκώνει για να συναντήσουμε την τελικά όχι κάτι άλλο αλλά την ίδια την ελπίδα. Αν η ελπίδα στην αφετηρία με καλεί σε ένα ταξίδι που στο τέλος του μου υπόσχεται ότι το μόνο που θα βρω θα είναι η ελπίδα, τότε μοιάζει να μην πήγα πουθενά. Αυτό είναι το πρόβλημα με την ελπίδαπου πιστεύω εντοπίζει σωστά η ποιήτρια. Η ελπίδα πρέπει να δείχνει σε κάτι πέρα από τον εαυτό της. Αλλιώς η επαφή μαζί της γίνεται ένα παιχνίδι ματαίωσης. Μία υπόσχεση χωρίς εκπλήρωση.

Σε έναν κόσμο «υπό τον ήλιον» που θα έλεγε και ο Εκκλησιαστής τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι. Όμως εδώ αξίζει να προσέξουμε την ανάλυση του C. S. Lewis σχετικά με το θέμα της ελπίδας. Ο χριστιανικός ορισμός της ελπίδας υποστηρίζει ότι «αν διαπιστώσω μέσα μου κάποια επιθυμία που καμιά εμπειρία αυτού του κόσμου δεν μπορεί να ικανοποιήσει, η πιο εύλογη εξήγηση είναι ότι υπάρχει χάριν ενός άλλου κόσμου. Αν καμία από τις γήινες ηδονές δεν την ικανοποιεί, αυτό δεν αποδεικνύει ότι το σύμπαν είναι μια απάτη. Το πιθανότερο είναι ότι ποτέ δεν προβλεπόταν να την ικανοποιήσουν οι γήινες ηδονές, αλλά απλώς να την ξεσηκώσουν, να υποδείξουν το αληθινό σημείο αναφοράς».

Αυτή η τελευταία φράση είναι που κάνει όλη τη διαφορά. Οι χριστιανοί πιστεύουμε ότι η ελπίδα δεν είναι αυτό-αναφορική, δηλαδή αφορά τον εαυτό της, αλλά ετερο-αναφορική, δηλαδή αφορά κάτι άλλο, αυτό που ο Lewis ονομάζει «το αληθινό σημείο αναφοράς». Αυτό για τους χριστιανούς είναι ο Θεός, όλα αυτά που είναι και όλα αυτά που έχει. Αυτό που υπόσχεται η χριστιανική ελπίδα λοιπόν είναι ένα αληθινό σημείο αναφοράς.

Πηγαίνοντας στο βιβλίο του Εκκλησιαστή βλέπουμε τον ίδιο προβληματισμό. Όπως μας πληροφορεί στο κεφ. 2 του βιβλίου ενώ δοκίμαζε γήινες ηδονές, η καρδιά του στοχαζόταν, μετρούσε και ζύγιζε. Είναι αυτό που πραγματικά ψάχνω; Μου δίνει την Απόλαυση πίσω από την απόλαυση; Ο Εκκλησιαστής δεν μηδένιζε τις επίγειες απολαύσεις. Στο βιβλίο του επανειλημμένα μας καλεί «φάε, πίε και ευφραίνου». Με άλλα λόγια η ελπίδα για μια χαρά «πέρα από τον ήλιο» δεν μου κλέβει αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει κάθε χαρά «υπό τον ήλιον».

Γράφει στη συνέχεια η ποιήτρια. Μετά από την απογοήτευση ξεκινά ο άνθρωπος το ταξίδι πίσω στην ανυπαρξία αλλά:

Αίφνης κάτι βίαιο, ακατανίκητο / Μας τράβαγε πίσω, εδώ στη ζωή / Μας έριχνε πάλι, κάθε φορά (η έμφαση δική μου)

Μάλλον αυτό το κάτι είναι το ίδιο που ο Εκκλησιαστής ονομάζει στο 3:11: «αίσθηση της αιωνιότητας» που ο Θεός έβαλε στην καρδιά μας.

By | 2013-05-15T11:20:44+00:00 February 10th, 2011|ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ|0 Comments

About the Author: