Έργο ζωής για τον Μάρτιν Σκορσέζε η «Σιωπή» του καθώς επί 28 χρόνια προσπαθούσε να βρει υποστήριξη για να το γυρίσει (!). Δυστυχώς, ακόμα κι ένας Σκορσέζε δυσκολεύεται να βρει χρήματα για μια ταινία σαν αυτή, τη στιγμή που τόσες μέτριες και κακές ταινίες βρίσκουν αμέσως το δρόμο τους για τη μεγάλη οθόνη. Το ερώτημα που αυθόρμητα προκύπτει είναι αν άξιζε τόση αναμονή. Η απάντηση εξαρτάται από το τι περιμένει κάποιος να δει. Σαφώς και θα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το πώς θα έπρεπε να αποδοθεί ένα τέτοιο βιβλίο όσον αφορά το σενάριο, την αφήγηση, την κινηματογράφηση, τη μουσική επένδυση και κάθε άλλη λεπτομέρεια που συμβάλλει στο τελικό αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν και οι δυσαρεστημένοι που θα περίμεναν κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που τελικά προέκυψε. Το πιο ουσιαστικό και σημαντικό ερώτημα είναι αν κατάφερε ο Σκορσέζε να αποδώσει το πνεύμα του βιβλίου και η δική μου απάντηση είναι ένα μεγάλο ναι.

Η υπόθεση αφορά δύο Πορτογάλους ιησουίτες ιεραποστόλους που ταξιδεύουν στην Ιαπωνία του 1640 για να βρουν τα ίχνη του πνευματικού τους πατέρα για τον οποίο πληροφορούνται ότι απαρνήθηκε την πίστη ύστερα από βασανιστήρια. Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Σιουσάκο Έντο που εκδόθηκε το 1966 και αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά έργα πάνω στο θέμα της πίστης. Ο Έντο, αν και Καθολικός, προβάλλει μέσα από το έργο του ερωτήματα που δεν τολμάει εύκολα κάποιος πιστός να θέσει αν και πολλοί τα έχουν σκεφτεί. Στην ίδια πορεία βρίσκεται και ο, επίσης Καθολικός, Σκορσέζε καθώς το μεγαλύτερο κομμάτι της φιλμογραφίας του διατρέχεται από τις έννοιες της πίστης, της πτώσης, της τιμωρίας και της κάθαρσης. Οι χαρακτήρες στις ταινίες του βρίσκονται σε μία πορεία αναζήτησης, ηθικών διλημμάτων, επιλογών και τις συνέπειες αυτών με τις οποίες βρίσκονται τελικά αντιμέτωποι. Στη «Σιωπή» θα λέγαμε ότι βρήκε όλα αυτά τα στοιχεία που απασχολούν τον ίδιο και γι’ αυτό αφοσιώθηκε σ’ αυτό το έργο με τόσο πάθος, υπομονή κι επιμονή.

Η «Σιωπή» σίγουρα δεν είναι μία συνηθισμένη ταινία ούτε μια εύκολη ταινία. Απαιτεί να τη ζήσεις, να βυθιστείς μέσα της, να μπεις στο πετσί των πρωταγωνιστών της και να ζήσεις το πάθος τους, τους στοχασμούς τους, τα βασανιστήριά τους. Επίσης, δεν είναι μία ταινία που προσφέρει προκάτ απαντήσεις. Το διαχρονικό ερώτημα για το που βρίσκεται ο Θεός όταν βασανίζονται τα παιδιά Του είναι αυτό που αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα του φιλμ. Σε κάποιο σημείο της ταινίας, ο Ροντρίγκεζ ακούει τη φωνή του Θεού να τον βεβαιώνει ότι είναι εκεί, ακόμα και μέσα στη σιωπή, αλλά αυτή η βεβαίωση δεν έρχεται εύκολα και ανώδυνα και εύκολα. Πέρα απ’ αυτό όμως, η ταινία θίγει και άλλα θέματα όπως είναι το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ ανατολικής και δυτικής κουλτούρας. Το κάλεσμά του Σκορσέζε είναι καθολικό (όχι με τη θρησκευτική έννοια) και είναι ένα κάλεσμα αναζήτησης.  Εξάλλου, από ιστορικής πλευράς, ο Χριστιανισμός χτίστηκε επάνω στο αίμα μαρτύρων . Ο Ίδιος ο Χριστός δεν υποσχέθηκε ευημερία και καλοπέραση αλλά αντιθέτως κήρυξε ότι ο δρόμος Του είναι ένας δρόμος πόνου και θυσίας, ο ίδιος δρόμος που Εκείνος διάλεξε να πορευθεί για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Η υπόσχεση που δόθηκε σε όσους Τον ακολουθήσουν είναι ότι μέσα στις θλίψεις, Εκείνος θα τους δίνει την ειρήνη Του και τη χαρά Του, μία χαρά που βρίσκεται βαθιά στην ψυχή και όχι στην επιφάνεια των κτητικών μας επιλογών. Αυτή ακριβώς η χαρά είναι που έκανε κάποιους χαρακτήρες της ταινίας να ψάλλουν εν μέσω βασανιστηρίων ή εν αναμονή αυτών. Αυτή ακριβώς η εσωτερική χαρά της ψυχής, που δεν επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες, είναι κι’ ένα σημείο που πιστεύω θα έπρεπε να τονιστεί περισσότερο στην ταινία και αυτό αποτελεί ένα της μειονέκτημα χωρίς να της αποστερεί την αξία της.

Απ’ την άλλη, η «Σιωπή» αποτελεί μία ταινία που μιλάει για τη θυσία και την πίστη με ένα τρόπο που δεν βλέπεις συχνά στον κινηματογράφο. Συνήθως, συναντάς ταινίες που είναι είτε υπερβολικά γλυκανάλατες είτε υπερβολικά εχθρικές. Η «Σιωπή» αποτελεί μία μυσταγωγική και πνευματική εμπειρία. Σ’ αυτό συμβάλλουν οι τελετουργικοί ρυθμοί και η έλλειψη μουσικής επένδυσης που ναι μεν υπάρχει σε κάποια ελάχιστα σημεία, αλλά είναι ενσωματωμένη στην ταινία με τέτοιο τρόπο που γίνεται ένα με τους ήχους της φύσης και του περιβάλλοντος σκηνικού που είναι ανεπαίσθητη. Το κυρίαρχο soundtrack είναι οι ήχοι της φύσης και με αυτούς ανοίγει η ταινία και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κλείνει. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στη συγκλονιστική φωτογραφία. Κάθε κάδρο, κάθε φωτισμός, καθε γωνία λήψης εχει σκοπό ύπαρξης και αναδύει συναισθήματα με φυσικό και όχι εκβιαστικό τρόπο σε συνδυασμό με τα όσα διαδραματίζονται επί της οθόνης αλλά και μέσα από τις εκφράσεις των προσώπων, ακόμα και απ’ τις σιωπές. Όλοι οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί με το ιαπωνικό καστ να ξεχωρίζει. Όσο για την επιλογή του Άντριου Γκάρφιλντ που ξένισε κάποιους, θεωρώ ότι ήταν ιδανικός και και Άνταμ Ντράιβερ είναι εξαιρετικοί και εμφανισιακά ταίριαξε στο ρόλο του Ροντρίγκεζ.

Η ταινία ως σύνολο είναι απ’ αυτές που σε ακολουθούν και σε απασχολούν για αρκετές ώρες ή μέρες. Προτείνω να αποφύγετε να τρώτε κατά τη διάρκειά της, ώστε να της επιτρέψετε να σας υποβάλλει και να σας παρασύρει σε αυτό το ταξίδι αναζήτησης. Δεν είναι τυχαίο που δικαίωσε τον τίτλο της καθώς επικρατούσε απόλυτη σιωπή στην αίθουσα κατά την προβολή της αλλά και κατά την έξοδο απ’ αυτήν! Η τελευταία φορά που έζησα μια ταινία ως εμπειρία ήταν στο «Η Επιστροφή» του Ινιαρίτου.

Το στοχαστικό πνεύμα του βιβλίου μεταφέρεται αυτούσιο από τον Σκορσέζε και αυτό ειναι κάτι πολύ σπάνιο στη σύγχρονη εποχή που οι μεταφορές βιβλίων στον κινηματογράφο πάσχουν από προχειρότητα, έλλειψη βάθους, συνοχής αλλά και πλήρης απέκδυσης τους από την ουσία και το πνεύμα του βιβλίου. Ίσως αυτό συμβαίνει λόγω έλλειψη πάθους και γνήσιου ενδιαφέροντος για το εκάστοτε βιβλίο από τους συντελεστές της ταινίας που βλέπουν μια ευκαιρία για αρπαχτή. Σαφώς, κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τον Σκορσέζε που στον Έντο βρήκε έναν συνταξιδιώτη στη δύσκολη πορεία της πίστης και των προβληματισμών της. Αγάπησε βαθιά αυτό το βιβλίο και αυτό φαίνεται απ’ τον πρόλογό που έχει γράψει σε μία ειδική έκδοση που κυκλοφορεί και στα ελληνικά. Η «Σιωπή» έχει ήδη καταγραφεί στη συνείδησή μου ως ένα μνημειώδες, διαχρονικό και βαθιά πνευματικό έργο αλλά και ως υπόδειγμα μεταφοράς βιβλίου. Ένα μεγάλο αριστούργημα από ένα μεγάλο σκηνοθέτη στο αποκορύφωμα της καριέρας του.

Του Γιάννη Φαμέλη