Terry Gilliam: “The Zero Theorem”

H δυστοπική θεματολογία είχε ανέκαθεν τιμητική θέση στην ιστορία του κινηματογράφου. Ταινίες όπως οι “1984” (από το ομώνυμο βιβλίο του Orwell), “GATTACA”, “Mad Max”, “The Children of Men” κ.α. φαίνεται πως προσπαθούν να κρυφοκοιτάξουν στο μέλλον για να δουν την κατάληξη ενός γένους που πασχίζει να ανακαλύψει την ταυτότητά του. Κι αυτός μπορεί να είναι ένας λόγος για τον οποίο η δυστοπία πάντα ελκύει. Αν βέβαια η δυστοπία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος διασκέδασης που πηγάζει από την άνωθι αναζήτηση, αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι κάθε είδους υπαρξιακό angst είναι βαθιά θαμμένο πλέον κάτω από διάφορες επιδιώξεις και αναζητήσεις. Για πολλούς όμως το angst αυτό είναι κίνητρο δημιουργίας και αναζήτησης νοήματος, άρα οι δυστοπικές ταινίες δεν είναι μόνο δύο ώρες πεταμένες στο καλάθι των αχρήστων. Πίσω από τη δυστοπία ίσως κρύβεται αγωνία και ισχυρά φιλοσοφικά ερείσματα. Και κάπου εδώ είναι που μπαίνει στη συζήτησή μας ο Terry Gilliam.

Ο εν λόγω κύριος είναι το πρόσωπο πίσω από ταινίες όπως τα αριστουργηματικά “Brazil”, “12 Monkeys”, “The Adventures of Baron Munchausen” κ.α., ταινίες οι οποίες είναι αναμφισβήτητα δύσπεπτες και οπωσδήποτε φιλοσοφικά φορτισμένες, με μία δόση απογοήτευσης –ή και ειρωνίας- να υποβόσκει πάντοτε, χωρίς να είναι πάντα άμεσα αντιληπτή. Μέσα από την ειρωνική του διάθεση, ίσως και παραίτηση, ο Gilliam γνωρίζει το πώς να εγείρει ερωτήματα που έχουν να κάνουν με τις βαθύτερες αναζητήσεις του ανθρώπου: “τι είναι “καλή ζωή”; Υπάρχει βαθύτερο νόημα στα πράγματα; Είναι η ύπαρξη κάτι το καλό; Πόσο ισχυρός είναι ο άνθρωπος;” Αν και  ο ίδιος δεν δίνει σαφή απάντηση, μάλλον ρέπει προς μία σκοτεινή αντιμετώπιση της ζωής.

Η τελευταία του δημιουργία είναι το “The Zero Theorem”, το οποίο, αν και δεν ανήκει στα κορυφαία του έργα, είναι –όπως πάντα- γεμάτο συμβολισμούς και πλούσιο σε νοήματα. Κεντρικός χαρακτήρας ο Qohen Leth, ο οποίος δέχεται την αποστολή από μία εταιρία που έχει πρόσβαση στα πάντα, να αποδείξει μέσα από τα μαθηματικά το “Θεώρημα Μηδέν”, ότι δηλαδή τα πάντα στερούνται νοήματος. Ηθελημένα απομονωμένος σε μία εγκαταλειμμένη εκκλησία αφοσιώνεται στην αποστολή του, όντας διαρκώς μπροστά από μία οθόνη υπολογιστή, κάνοντας τους σουρεαλιστικούς του υπολογισμούς, περιμένοντας όμως πάντα με αγωνία ένα τηλεφώνημα –δεν ξέρουμε από ποιον- από το οποίο φαίνεται να εξαρτώνται πολλά. Χωρίς να το περιμένει εισβάλλουν στη ζωή του δύο άτομα, ο γιος του διευθυντή του και μία stripper. Ο πρώτος καλείται να βοηθήσει τον Qohen με την απόδειξη του θεωρήματος και στη συνέχεια γίνεται φίλος του –μάλλον απρόθυμα από την μεριά του Qohen, ενώ μεταξύ της δεύτερης και του πρωταγωνιστή αναπτύσσεται μία ρομαντική σχέση, η οποία τελειώνει μάλλον άδοξα. Η ταινία τελειώνει με τον Qohen να αποσπά από το διευθυντή του την αλήθεια: δεν υπάρχει “Θεώρημα Μηδέν”, επειδή δεν υπάρχει λόγος να υπάρξει, αφού τα πάντα στερούνται νοήματος. Η απόδειξη του θεωρήματος δεν είναι τίποτε άλλο από μία απάτη που θέλει να προσφέρει την ψευδαίσθηση του σκοπού. Ο Qohen καταλήγει τελικά σε μία δίνη η οποία τον οδηγεί σε ένα εικονικό ειδυλλιακό κόσμο, στον οποίο φαίνεται να έχει τον απόλυτο έλεγχο, και στον οποίο είναι ολομόναχος.

Υπάρχει μεγάλος αριθμός συμβολισμών που δεν πρέπει να μας περάσουν απαρατήρητοι: Το όνομα του πρωταγωνιστή παραπέμπει στο Qoheleth, την Εβραϊκή λέξη για τον “Εκκλησιαστή”, πράγμα που πιθανότατα με τη σειρά του παραπέμπει στο “ματαιότης ματαιοτήτων…”, αλλά και στην αγωνιώδη ύπαρξη του Qohen. Η υπαρξιακή κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος εξαρτάται πλήρως από την τεχνολογία και την εταιρία που εισβάλλει σε κάθε τομέα της ζωής του, όντας ολοένα και πιο μοναχικός, είναι προφανής σε όλη την ταινία, όπως επίσης και η ανάγκη του για βαθύτερες σχέσεις, τις οποίες ίσως δέχεται απρόθυμα. Το πιο σημαντικό όμως κατά τη γνώμη μας στοιχείο της ταινίας είναι το τηλεφώνημα που εναγωνίως περιμένει ο Qohen, και το οποίο φαίνεται ότι θα δώσει νόημα στη ζωή του, κάτι που αντανακλά μία βαθύτατη θεολογική/υπαρξιακή αλήθεια: Η ύπαρξη νοήματος απαιτεί την ύπαρξη ενός προσώπου το οποίο θα μιλήσει πρώτο, με τρόπο που θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε – το νόημα δηλαδή θα μας αποκαλυφθεί από κάποιον. Διαφορετικά, το μόνο που μας απομένει είναι η μεταφυσική μας μοναξιά σε ένα κόσμο που δημιουργήθηκε και υπάρχει κατά τύχη, έναν κόσμο που διακαώς επιθυμούμε να ελέγξουμε και να μαθηματικοποιήσουμε, απορρίπτοντας ως ανοησίες ό,τι βρίσκεται εκτός του χώρου των αριθμών και της αιτιοκρατικής βεβαιότητας. Και κάπως έτσι καταλήγουμε στον προσωπικό μας εικονικό χώρο, όπου -σαν τον Qohen- έχουμε απόλυτο έλεγχο, αλλά έχουμε χάσει τον εαυτό μας.

 

ΥΓ: Μεταξύ του κόσμου του Qohen και αυτόν του Βαρώνου Munchausen, σε ποιον θα προτιμούσαμε να ζούμε;

By | 2015-08-03T09:53:41+00:00 July 29th, 2015|ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ|0 Comments

About the Author:

Giorgos studied Biology at the University of Patras, Greece and did his Master's in Philosophy of Science at the University of Athens. He works at the pharmaceutical sector while doing his PhD in Philosophy. Giorgos is the coordinator for "Imago Dei", a place where Christians and non-Christians meet to exchange opinions about their worldview and overall perception of reality.