«Το Κυνήγι» είναι ακόμα ένα κινηματογραφικό διαμάντι από τη Δανία, και πρόκειται για ένα σκληρό ψυχολογικό κοινωνικό δράμα με στοιχεία θρίλερ. Καθώς βλέπεις την ταινία, σκέφτεσαι ότι αυτά που διαδραματίζονται θα μπορούσαν να έχουν συμβεί σε κάποιο χωριό της Ελλάδας.

Ο Λούκας, μετά το διαζύγιό του, ζει μόνος του και δουλεύει στο τοπικό νηπιαγωγείο ως δάσκαλος. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να έχει περισσότερη επικοινωνία με το γιό του παρόλο που η πρώην σύζυγός του έχει τις αντιρρήσεις της. Όταν η μικρή Κλάρα θα τον κατηγορήσει για άσεμνη συμπεριφορά, θα ξετυλίξει ένα κουβάρι μίσους που θα τον φέρει αντιμέτωπο με την τοπική κοινότητα και στην ουσία με την ίδια την ανθρώπινη φύση.

Ο Ιωάννης Καλβίνος μίλησε για το εγγενές κακό, μία πραγματικότητα που πολλοί αρνούνται να δεχθούν αλλά «Το Κυνήγι» μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτήν. Χωρίς καμία στοιχειώδη έρευνα, χωρίς απτά στοιχεία, παρά μόνο με βάση τα λεγόμενα ενός μικρού κοριτσιού, ο Λούκας θα γίνει ο δέκτης του μίσους της μικρής κοινότητας όπου ζει και εργάζεται, και θα διαπιστώσει με σκληρό τρόπο την ανάγκη της ανθρώπινης φύσης να έχει κάποιον εχθρό και σε περίπτωση που δεν υπάρχει θα πρέπει να τον δημιουργήσει. Το κυνήγι μαγισσών δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά είναι ενεργό σήμερα. Η Κλάρα δεν είναι η ρίζα του κακού αλλά η ίδια μας η φύση. Ο εχθρός μας είμαστε εμείς. Ο εγωισμός, η μισαλλοδοξία, η αλαζονεία, ο φθόνος που κρύβουμε και εκδηλώνονται όταν δοθεί η κατάλληλη αφορμή. Σε μια  σκηνή της ταινίας, η διευθύντρια του νηπιαγωγείου λέει στον Λούκας ότι τα παιδιά δε λένε ποτέ ψέματα. Αυτό δείχνει την έλλειψη κατανόησης της ανθρώπινης φύσης. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ή δε θέλει να πιστέψει στην κακία του. Κατά συνέπεια, αυτός που τον φέρνει αντιμέτωπο με αυτή την αλήθεια γίνεται ο εχθρός του. Όλοι είναι πρόθυμοι να καταδικάσουν αλλά μόνο τους άλλους, ποτέ τον εαυτό τους. Όταν ο Ιησούς Χριστός είπε την περίφημη φράση «ο αναμάρτητος πρώτος τω λίθω βαλλέτω» έκανε αυτό ακριβώς το πράγμα. Ύψωσε μπροστά στο πλήθος έναν καθρέφτη όπου όλοι είδαν την ασχήμια τους. Και γι’ αυτό Τον μίσησαν.

Οι φίλοι του Λούκας, οι συνάδελφοι, και ολόκληρη η κοινότητα, όντας ανίκανοι να δουν τη δική τους ασχήμια, μολύνονται από τον ιό του ψέματος και σπάνε τον καθρέφτη που τους προβάλλει την αλήθεια. Όταν η Κλάρα παραδέχεται κάποια στιγμή ότι είπε ψέματα και προσπαθεί να σώσει την κατάσταση, δεν γίνεται πιστευτή. Η μητέρα της δικαιολογεί την παραδοχή του ψέματος της, ως μία ψυχολογική άμυνα απέναντι σε ένα τραυματικό γεγονός. Ο Λούκας γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος που κουβαλά τις αμαρτίες της κοινότητας. Καθώς μετατρέπεται από ευυπόληπτος πολίτης της τοπικής κοινωνίας σε απόβλητος (δεν του επιτρέπεται ούτε να ψωνίσει στο σουπερμάρκετ της περιοχής) θα προσπαθήσει να δώσει τη δική του μάχη ενάντια στην πλασματική ηθική των ανθρώπων γύρω του. Μόνος σύμμαχος σε αυτόν τον κύκλο ψέματος και μίσους είναι ο γιός του που δεν τον αμφισβητεί στιγμή, και μάλιστα σε μια σκηνή εκφράζει την οργή που θα έπρεπε να εκφράσει ο Λούκας.  Μία απ’ τις πιο δυνατές και ειρωνικές σκηνές της ταινίας είναι όταν ο Λούκας μπαίνει στην εκκλησία όπου έχουν μαζευτεί όλοι για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα, μια γιορτή αγάπης, συμφιλίωσης και συγχώρεσης. Εκεί, αντί οι συγκεντρωμένοι χριστιανοί να μιμηθούν Αυτόν του Οποίου τη γέννηση γιορτάζουν και να θυμηθούν τα λόγια Του που απηύθυνε τους ευσεβοφανείς Φαρισαίους όταν Τον κατηγόρησαν ότι κάνει παρέα με αμαρτωλούς πως «δεν έχουν ανάγκη γιατρού οι υγιείς αλλά οι άρρωστοι», αυτό που προσφέρουν στον Λούκας είναι βλέμματα απορίας, περιφρόνησης και αποστροφής. Διάβασα αρκετές κριτικές που λέγανε ότι όλα αυτά είναι υπερβολικά και μη ρεαλιστικά. Ότι στην πραγματικότητα, δεν θα αντιδρούσαν έτσι οι συνάδελφοι και οι φίλοι του Λούκας. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ένα ακόμα δείγμα της άρνησης του ανθρώπου να αναγνωρίσει ότι η φύση του είναι διεφθαρμένη και αυτό ακριβώς είναι το μη ρεαλιστικό της υπόθεσης.

Η ευφυής σκηνοθεσία του Τόμας Βίντερμπεργκ, συν-ιδρυτή του Δόγματος 95, αποδίδει με εξαιρετική μαεστρία το πνιγηρό κλίμα της τοπικής κοινότητας όπου ζει ο Λούκας και καταφέρνει να μας μεταδώσει την ψυχική κατάσταση θυτών και θύματος. Καταλύτης σε αυτό το αποτέλεσμα είναι η μεγαλειώδης ερμηνεία του πάντα εκπληκτικού Μάντς Μίκελσεν. Ο Μίκελσεν πλάθει έναν Λούκας ευαίσθητο και εύθραυστο που τον λυπάται η ψυχή σου. Αποτυπώνει στο πρόσωπό του όλες τις ψυχολογικές διακυμάνσεις, από την αρχική έκπληξη μέχρι την τελική αγανάκτηση, αλλά με ένα τρόπο συγκρατημένο και ταυτόχρονα ρεαλιστικό, χωρίς πομπώδεις κορώνες και μελό κορυφώσεις. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι το υπόλοιπο καστ μειονεκτεί, καθώς όλοι τους παραδίδουν εξαιρετικές ερμηνείες που αντικατοπτρίζουν την οργή, την περιφρόνηση και το μίσος που αισθάνονται για τον Λούκας.

Με λίγα λόγια, «Το Κυνήγι», είναι ταινία-καθρέφτης μιας ηθικοπλαστικής κοινωνίας που αντιπροσωπεύει τον αυτοδικαιωμένο Φαρισαίο ο  οποίος αντιμετωπίζει με περιφρόνηση, απέχθεια και μίσος τον τελώνη, που αναγνωρίζοντας την αμαρτωλότητά του και ότι κάποιος χρειάζεται να τον σώσει απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, ζητά απ’ τον Θεό τη συγχώρεση και τη λύτρωση. Must-see!

Του Γιάννη Φαμέλη