Αναπάντεχο μέρος για θεολογικό στοχασμό γύρω από το πρόβλημα του κακού και του ερωτήματος της θεοδικίας η προσευχή στο κεφ. 9 του βιβλίου του Νεεμία. Δεν θα έπρεπε όμως, μιας και ακούγοντας ανθρώπους πίστης να μιλούν στον Θεό πρέπει να μπορούμε να μάθουμε αρκετά χρήσιμα πράγματα για τον ίδιο τον Θεό. Αυτό συμβαίνει και με την προσευχή που αναφέραμε. Ο λαός απευθύνεται στον Θεό έχοντας ως πλαίσιο τις θλίψεις που γεύθηκε και γεύεται. Μέσα από την προσευχή του θα δούμε ότι απορρίπτει διάφορες απαντήσεις στο ερώτημα «τι σχέση έχει ο Θεός με όλα αυτά τα δεινά που μας βρήκαν».

Η πρώτη απάντηση που απορρίπτει είναι αυτή του Ντεϊσμού. Με τον όρο αυτό αναφερόμαστε στην άποψη ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο αλλά στη συνέχεια τον άφησε στη μοίρα του. Δεν ασχολείται πια μαζί του. Μέσα από την προσευχή βλέπουμε όμως ότι ο λαός Ισραήλ υμνεί τον Θεό της Δημιουργίας (9:6) αλλά επίσης εξιστορεί τα έργα του Θεού της Ιστορίας και της Διαθήκης (9:7 – 31). Ο Θεός συμμετέχει, δρα, βλέπει, ενεργεί, έχει άποψη για τον κόσμο.

Η δεύτερη απάντηση που επίσης αποκρούει είναι αυτή που συχνά διατυπώνεται μέσα από το γνωστό δίλλημα «είτε ο Θεός είναι πανάγαθος αλλά όχι παντοδύναμος, είτε είναι παντοδύναμος αλλά όχι πανάγαθος». Για αρκετούς, το πρόβλημα του κακού και το ερώτημα της θεοδικίας  μας πιέζει να επιλέξουμε ένα από τα δύο χαρακτηριστικά του Θεού που μοιάζουν να αλληλοαναιρούνται. Για παράδειγμα στο γνωστό βιβλίο «Γιατί άσχημα πράγματα συμβαίνουν σε καλούς ανθρώπους» ο ραβίνος Κούσνερ προτίμησε τον έναν από τους δύο πόλους του διλήμματος. Δηλαδή ότι ο Θεός είναι καλός αλλά δυστυχώς (ή ίσως για κάποιους ευτυχώς) δεν είναι παντοδύναμος. Έτσι υπάρχουν πράγματα που απλά δεν τα ορίζει και δεν τα ελέγχει. Μάλιστα σε μία κίνηση «γενναιοδωρίας» μας καλεί να «συγχωρέσουμε» τον Θεό. Ο λαός Ισραήλ όμως δεν αποδέχεται το δίλημμα αυτό. Για αυτόν ο Θεός είναι και παντοδύναμος και πανάγαθος. Σε ένα κομβικό σημείο της προσευχής διακηρύττει από τη μια την παντοδυναμία του Θεού λέγοντας «και τώρα, Θεέ μας, Θεέ μεγάλε, Θεέ ισχυρέ και φοβερέ», και από την άλλη διακηρύττει την αγάπη του Θεού λέγοντας, «εσύ που αξιόπιστα τηρείς τη διαθήκη σου και εκδηλώνεις την αγάπη σου» (9:32).

Η τρίτη εναλλακτική που ο Ισραήλ αρνείται είναι το να ρίξουμε τις ευθύνες στον Θεό κουνώντας του το δάκτυλο επικριτικά. Αυτός ήταν ο δρόμος της Αρχαιοελληνικής θεολογίας. Πολλά από τα δεινά οφείλονταν στη συχνά υπερβολική και αδικαιολόγητη «μήνιν» των θεών. Η αντίληψη αυτή επέζησε και στις μέρες όταν με περισσή ευκολία μιλούμε για «θεομηνίες». Συχνά όμως το κάνουμε αυτό αποκρύπτοντας τις δικές μας ευθύνες. Δηλαδή, όταν περιγράφουμε τις πλημμύρες στην Αθήνα ως «θεομηνία» τότε δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη για το ότι μπαζώσαμε κάθε ρέμα και ποτάμι που έδινε στα όμβρια νερά κάποια διέξοδο προς τη θάλασσα με αποτέλεσμα τώρα να πλημμυρίζει η πόλη. Μπροστά σε τέτοια φαινόμενα δεν πρέπει να χάσουμε την πίστη μας στον Θεό αλλά στον άνθρωπο. Ο λαός Ισραήλ στην προσευχή του δείχνει ωριμότητα. Στο 9:33 διαβάζουμε να παραδέχεται ότι «με όλα αυτά που μας βρήκανε Εσύ δίκαια μας τιμώρησες, αποδείχτηκες αξιόπιστος, ενώ εμείς αμαρτήσαμε». Και φυσικά αυτή η ομολογία επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα στην προσευχή.

Ως τώρα είδαμε την απόρριψη λανθασμένων απαντήσεων στο πρόβλημα της θεοδικίας. Τι μένει λοιπόν για τον Ισραήλ; Ποια στάση κρατά;

Στο τέλος της αφήγησης έχουμε μία πράξη συγκλονιστική. Βλέπουμε όλο τον λαό να υπογράφει διαθήκη με τον Θεό (Βάμβας 9:38, ΝΜΒ 10:1). Μοιάζει ο λαός να λέει στο τέλος της προσευχής του ότι υπάρχουν πολλά που δεν καταλαβαίνει στον Θεό αλλά δεν πρόκειται να Τον αφήσει. Ξέρει ότι η μόνη του ελπίδα είναι ο Θεός ακόμη κι αν μένει ζωσμένος με χίλια μύρια ερωτηματικά και αντιρρήσεις. Είναι η ίδια στάση που βλέπουμε συχνά στους Ψαλμούς όπου ο ψαλμωδός αν και αγανακτισμένος με τον Θεό δεν απομακρύνεται αλλά αντίθετα Τον πλησιάζει ακόμη περισσότερο. Συχνά λοιπόν η λύση δεν είναι η διατύπωση μιας απάντησης αλλά η επιλογή μιας στάσης. Είναι το να μείνεις κοντά σε έναν Θεό που δεν καταλαβαίνεις αλλά που αγαπάς και εμπιστεύεσαι.

Του Γιώτη Κανταρτζή